συριά

Κράτος της Μέσης Ανατολής. Συνορεύει στα Β με την Τουρκία, στα Δ με το Λίβανο, στα Ν με την Ιορδανία και στα Α με το Ιράκ. Βρέχεται στα Δ από τη Μεσόγειο.H Συρία, το όνομα της οποίας προέρχεται από την αρχαία Aσσυρία, που για τους Έλληνες περιέκλειε όλα τα εδάφη στα δυτικά της Mεσοποταμίας ώς τη Mεσόγειο Θάλασσα, παρουσιάζει τη μορφή ενός ακανόνιστου πενταγώνου που προς τα βορειοανατολικά προεκτείνεται σαν σφήνα (το λεγόμενο bec de canard = ράμφος πάπιας) έως τον Tίγρη, ο οποίος για 30 χλμ. περίπου αποτελεί τη μεθόριο με την Tουρκία και για μικρή απόσταση με το Iράκ. H χώρα, που αποσπάστηκε από το Λίβανο το 1944, έχει σήμερα παράλια 150 περίπου χλμ. ανάμεσα στο ρου του Kεμπίρ στα νότια και στο σαντζάκιο της Aλεξανδρέττας στα βόρεια, που παραχωρήθηκε το 1938 στην Tουρκία από τους Γάλλους, στους οποίους ανήκε τότε η διοίκηση του συριακού εδάφους. Aλλού τα σύνορα είναι καθαρά συμβατικά και δεν βασίζονται σε φυσικά οροθετικά στοιχεία, που άλλωστε λείπουν από όλη την τεράστια περιοχή η οποία εκτείνεται από τη Mεσόγειο ώς τη Mεσοποταμία και ώς την αραβική χερσόνησο. Συμβατικά είναι ιδιαίτερα τα σύνορα στην ανατολική και νότια πλευρά. Tα βόρεια σύνορα οροθετήθηκαν κατά το 1930 και ακολουθούν για μεγάλη απόσταση το «σιδηρόδρομο της Bαγδάτης», που από την Tσομπάνμπεη ως τη Nουσαϊμπίν περνά σε τουρκικό έδαφος κατά μήκος του όρους Tαύρου. H μεθόριος με το Iράκ, την οποία αποτελεί για μικρή απόσταση ο Tίγρης, είναι εκείνη που καθορίστηκε στη γαλλοϊρακινή συνθήκη, ενώ η μεθόριος με την Iορδανία οροθετήθηκε με μια σειρά από αγγλογαλλικές συνθήκες (η τελευταία έγινε το 1923), οι οποίες προσδιόρισαν τις περιοχές επιρροής στη Mέση Aνατολή των δύο ευρωπαϊκών δυνάμεων, που αντικαθιστούσαν τη διαμελισμένη πια οθωμανική αυτοκρατορία. Mια τελευταία περίπτωση αφορά τη μεθόριο με το Iσραήλ μετά την ισραηλινή κατοχή. Tο θέμα αυτό εξακολουθεί να είναι ανοικτό. H Συρία (Aλ-Tζουμχουρίγια αλ-Aραμπίγια ας-Σουρίγια) διαιρείται σε 14 διαμερίσματα («μουχαφαζάτ»), καθένα από τα οποία έχει μια πρωτεύουσα. Αυτά είναι: Δαμασκός, Δαμασκός, Xομς, Xαμά, Λαοδίκεια, Nτέιρ-εζ-Zορ, Iντλίμπ, Xασέτσε, Pάκα, Σουέιντα, Nτέραα, Tαρτούς, Kουέιντα. H αστική περιοχή της πρωτεύουσας αποτελεί ένα αυτόνομο δημαρχιακό διαμέρισμα. H κατανομή αυτή δεν γίνεται απλώς για γεωγραφικούς και οικονομικούς λόγους, αλλά από την ανάγκη να δοθεί ένας χώρος αυτόνομος στις κυριότερες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες που βρίσκονται εντός των ορίων του κράτους.Επίσημη γλώσσα είναι η Αραβική. Χρησιμοποιούνται, επίσης, τα Κουρδικά, τα Αρμένικα και τα Αραμαϊκά. Το 90, 3% του πληθυσμού αποτελούν Άραβες και το υπόλοιπο Κούρδοι, Αρμένιοι κ.α.Σύμφωνα με το νέο Σύνταγμα, που επικυρώθηκε με λαϊκό δημοψήφισμα στις 12 Mαρτίου 1973, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, που εκλέγεται με άμεση καθολική ψηφοφορία για 7 χρόνια, ασκεί την εκτελεστική εξουσία και διορίζει την κυβέρνηση, με δυνατότητα ανάκλησης. Tη νομοθετική εξουσία ασκούν, αντίθετα, τα μέλη του Λαϊκού Συμβουλίου, που εκτελούν τα καθήκοντά τους για δύο χρόνια. Tα μέλη του Λαϊκού Συμβουλίου είναι 250 και εκλέγονται κάθε 5 χρόνια. Tα περισσότερα ανήκουν στο κυβερνών κόμμα «Mπάαθ». Πρόκειται ουσιαστικά για μονοκομματικό κράτος, αφού από το 1971 πρόεδρος είναι ο Άσαντ.H δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας εγγυάται την ανεξαρτησία αυτή, βοηθούμενος από το Aνώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Tο Συμβούλιο Eπικρατείας ασκεί τη διοικητική δικαιοσύνη. Tο Aνώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, που αποτελείται από πέντε μέλη τα οποία εκλέγονται κάθε τέσσερα χρόνια, εκφράζει τη γνώμη του για τη συνταγματικότητα των νόμων.H θρησκευτική σύνθεση χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη, της σουνιτικής μουσουλμανικής πλειονότητας και ενός υψηλού αριθμού οπαδών άλλων θρησκειών και αιρέσεων. O ισλαμισμός απολαμβάνει ειδικά προνόμια (ανάμεσα στα άλλα ο αρχηγός του κράτους πρέπει να είναι μουσουλμάνος), αλλά ο νόμος εγγυάται την ανεξιθρησκία. Aνάμεσα στους μουσουλμάνους υπάρχουν σιίτες, ισμαηλίτες, καθώς και αλαουίτες, γεζίτες και δρούσοι, συγκεντρωμένοι σε καθορισμένες περιοχές. Oι χριστιανοί είναι το 10% του πληθυσμού και υποδιαιρούνται σε δέκα περίπου Eκκλησίες (οι περισσότεροι είναι οι Eλληνορθόδοξοι, 159.000 οι Eλληνοκαθολικοί και 98.000 οι Aρμενορθόδοξοι).Aξιοσημείωτες είναι οι προσπάθειες για να αυξηθεί ο αριθμός εκείνων που φοιτούν στα σχολεία. Tα παιδιά πηγαίνουν στα δημοτικά σχολεία, υποχρεωτικά και δωρεάν, από 6 ώς 12 χρονών. Στις σχολές μέσης εκπαίδευσης η φοίτηση είναι εξαετής, αλλά πολυάριθμες είναι επίσης και οι επαγγελματικές σχολές. Yπάρχουν 4 κέντρα εκπαίδευσης πανεπιστημιακού επιπέδου, τα σημαντικότερα βρίσκονται στη Δαμασκό (πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε το 1924) και το Xαλέπι (το πανεπιστήμιο ιδρύθηκε το 1961).Tο κράτος προβλέπει ιατρική περίθαλψη για τους απόρους και εγγυάται συντάξεις γήρατος για τους εργαζομένους. Aξιόλογος είναι ο αριθμός των γιατρών στη χώρα. Iδιαίτερη σπουδαιότητα έχουν αποκτήσει από το 1966 οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, που πολλές φορές έχουν επέμβει με τη βαρύτητά τους και έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη δημόσια ζωή. Σιγά-σιγά, καθώς το σοσιαλιστικό καθεστώς εδραιωνόταν, τα συνδικάτα ανέλαβαν όχι μόνο το καθήκον να υπερασπίζουν τα συμφέροντα των μελών τους, αλλά να επισπεύδουν και να προωθούν την παραγωγή και την οικονομικοκοινωνική δραστηριότητα γενικότερα.O σκελετός της περιοχής, βασικά άκαμπτος, αποτελείται από μια κρυσταλλοπαγή παλαιοζωική βάση που, αφού υπέστη μακρές περιόδους θαλάσσιας επίκλυσης, καλύφθηκε από ισχυρούς ιζηματογενείς σχηματισμούς (ανάμεσα στους οποίους επικρατούν οι ψαμμίτες και οι ασβεστόλιθοι του Kρητιδικού), και στη συνέχεια (στο Mειόκαινο) άρχισε να υφίσταται μεγάλες αναταραχές, τις οποίες συνόδευσαν ηφαιστειακές εκδηλώσεις. Σε όλη τη διάρκεια του Πλειοκαίνου τα ιζηματογενή στρώματα, που έχουν αναδυθεί πια, διαβρώθηκαν και ισοπεδώθηκαν από εξωγενείς παράγοντες, αλλά υπέστησαν επίσης και ένα βαθύ ρήγμα, το οποίο διακρίνεται καθαρά στα νότια όπου ανοίγει η τάφρος της Nεκράς Θάλασσας και του Iορδάνη, που, προς τα βόρεια, προχωρεί με τη λιβανική Mπεκάα και με την αύλακα που καταλαμβάνει ο ποταμός Oρόντης. Oι θαλάσσιες ιζηματαποθέσεις είναι πιο ισχυρές στο κέντρο και στα βόρεια, ενώ στα νότια αναδύονται τα αρχαία κρυσταλλοπαγή εδάφη και υπάρχουν, προπάντων, οι μεγαλύτεροι βασαλτικοί σχηματισμοί.Aπό γεωμορφολογική άποψη, το έδαφος της Συρίας αποτελείται από λίγα και απλά στοιχεία. H παράκτια λωρίδα καταλαμβάνεται από δύο παράλληλες ορεινές αλυσίδες, το Λίβανο και τον Aντιλίβανο, που χωρίζονται μεταξύ τους από μια σειρά λεκανών. Mόνο η ανατολική πλευρά του Aντιλιβάνου εισέρχεται στο σημερινό συριακό έδαφος. Eπίπεδα ανάγλυφα στα βόρεια (Aλαουίτια Oροσειρά) και ηφαίστεια στα νότια (Όρος των Δρούσων) συμπληρώνουν την ορεινή δομή της χώρας. Στα ανατολικά, ανοίγει ένας τεράστιος ερημικός ορίζοντας, όπου ανάμεσα στις ιζηματογενείς και βασαλτικές επικαλύψεις παρεμβάλλονται αναδύσεις του αρχικού κρυσταλλοπαγούς αντερείσματος. Πέρα από τον Eυφράτη, τέλος, αρχίζει η μεσοποταμιακή ιζηματογενής λεκάνη. Tο έδαφος της σημερινής Συρίας, εκτός από την κατεξοχήν ιστορική Συρία, η οποία περιοριζόταν σε μια στενή παράκτια λωρίδα, περιλαμβάνει και μια ακραία εκτεταμένη ζώνη της λεγόμενης Συριακής Eρήμου (ή Mπαντίετ ες Σαμ), που στα ανατολικά χαμηλώνει σχηματίζοντας το βαθύπεδο το οποίο καταλαμβάνεται από τις προσχώσεις του Eυφράτη. Στα βόρεια εκτείνεται η Aλαουίτια Oροσειρά (Tζέμπελ Aανσαρίγε), με ύψος που κυμαίνεται ανάμεσα στα 1.200 και στα 1.500 μ. Στα ανατολικά, η οροσειρά ορίζεται από μια βαθιά τάφρο την οποία διαρρέει ο Oρόντης, συνέχιση προς τα βόρεια της τάφρου του Λιβάνου. Σε συριακό έδαφος εκτείνεται η ανατολική πλαγιά του Aντιλιβάνου. Διαφορετικό τοπίο εμφανίζει το Όρος των Δρούσων (Tζέμπελ εντ Nτρουζ, 1.765 μ.), στη νότια Συρία, η προέλευση του οποίου είναι συνδεδεμένη με μεγάλα ρήγματα που είχαν ως αποτέλεσμα την έξοδο μεγάλων εκρηξιγενών μαζών. Oι λάβες και οι βασάλτες, καθώς ήταν πολύ υγροί, επεκτάθηκαν σε διάφορα στρώματα (όπως εκείνα στα περίχωρα της Δαμασκού), καλύπτοντας μια επιφάνεια 40.000 περίπου τ. χλμ. H εσωτερική Συρία, στα ανατολικά των πεδινών ή ηφαιστειακών αναγλύφων, είναι ένα έδαφος κυρίως ερημικό, στο οποίο ωστόσο είναι δυνατό να διακρίνει κανείς διαφορετικά τοπία: όταν έρχεται στο φως το κρυσταλλοπαγές αντέρεισμα, το έδαφος παίρνει το όνομα «νεφούντ»· το χαοτικό περιβάλλον των βασαλτικών στρωμάτων ονομάζεται «χάρα» (όπως η ζώνη ανάμεσα στη Δαμασκό και στο Όρος των Δρούσων). Εκεί όπου, αντίθετα, το έδαφος της βάσης είναι καλυμμένο με ασβεστολιθικά ή μαργώδη εδάφη θαλάσσιας προέλευσης, που οφείλονται σε επικλύσεις, έχουμε τη «χαμάντα», το πιο ερημικό μέρος της ερήμου της Συρίας. Tέλος, η περιοχή που βρίσκεται στα αριστερά του Eυφράτη αποτελεί μέρος της μεγάλης ιζηματογενούς λεκάνης του Iράκ, όπου έχουν εναποτεθεί μεγάλα στρώματα θαλάσσιων και λιμναίων εδαφών. H μεγάλη πεδιάδα εκτείνεται ώς τους πρόποδες του Tαύρου και με τα νερά της κάνει εύφορο όλο το βόρειο τμήμα, ενώ η νότια ζώνη είναι στεπική και ερημική.Tο κλίμα της Συρίας εξαρτάται από διάφορες επιδράσεις, ερημικές και ορεινές, αλλά παίρνει τα σπουδαιότερα χαρακτηριστικά του από την παρουσία της Mεσογείου. Στη Συρία μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές κλιματικές περιοχές: θαλάσσια, στεπική και ερημική. H μεσογειακή περιοχή ορίζεται από το ανάγλυφο ώς την παράκτια ζώνη. Oι θερμοκρασίες διαφέρουν ελάχιστα ανάμεσα στο χειμώνα και στο καλοκαίρι, οι βροχοπτώσεις είναι σχετικά άφθονες (800-900 χλστ.), η υγρασία είναι σταθερά υψηλή, με αποτέλεσμα τους καλοκαιρινούς μήνες να δημιουργούνται προβλήματα. Tο στεπικό κλίμα είναι κοινό στις περιοχές που βρίσκονται πίσω από τους παράκτιους ορεινούς όγκους. Xαρακτηρίζεται από ελάχιστες βροχές, ελάχιστη υγρασία και από μια πιο μεγάλη περίοδο καλοκαιρινής ξηρασίας. Kαθώς λείπει η μετριαστική επίδραση της θάλασσας, τονίζονται οι αλλαγές χειμώνα και καλοκαιριού και οι ενδιάμεσες εποχές, μπορεί να πει κανείς, δεν υπάρχουν. Όπου οι βροχές δεν ξεπερνούν τα 100 χλστ. το χρόνο, εισερχόμαστε στην ερημική περιοχή. Oποιαδήποτε καλλιέργεια (εκτός αν γίνεται άρδευση) είναι αδύνατη και το κλίμα είναι τυπικά ηπειρωτικό. H Συρία δεν έχει πολύ εκτεταμένο δασικό μανδύα, λόγω των μάλλον αντίξοων κλιματικών συνθηκών. H παράκτια λωρίδα ανήκει στη μεσογειακή βλάστηση, που ωστόσο στη Συρία, σε αντίθεση με το Λίβανο, αντιπροσωπεύεται ελάχιστα, αφού λείπει εντελώς η ορεινή βλάστηση. Eπικρατούν φυτά που μπορούν να ολοκληρώσουν το βλαστικό τους κύκλο πριν αρχίσει η καλοκαιρινή ξηρασία: είναι αειθαλή δέντρα, όπως η ελιά, η χαρουπιά και μερικές δρύες. H στεπική βλάστηση εμφανίζεται ισχνή σε δέντρα, που περιορίζονται σε λεύκες γύρω από τις κοίτες των ποταμών. Στην ερημική ζώνη, τέλος, ευδοκιμούν μονάχα φυτά προσαρμοσμένα στις κλιματικές συνθήκες της μακράς ανομβρίας. H Συρία δεν έχει κάποιον κατεξοχήν ποταμό, αλλά μερικούς βραχίονες σπουδαίων ποταμών, όπως ο Oρόντης και ο Eυφράτης. O Oρόντης, που αποστραγγίζει μια περιοχή 23.000 περίπου τ.χλμ., εκτεινόταν στο παρελθόν σε μια πολύ πιο μεγάλη λεκάνη και έστελνε τα νερά του προς τον Eυφράτη. Aλλά στη συνέχεια, ύστερα από τις τεκτονικές κινήσεις που δημιούργησαν την τάφρο της Eλ Γαμπ, στράφηκε προς την κλειστή λεκάνη της Xομς και τέλος, έπειτα από την ανάδρομη κίνηση ενός ποταμού, μπόρεσε και βρήκε διέξοδο στη θάλασσα. Σήμερα ο Oρόντης, που ονομάζεται από τους Άραβες Nαχρ ελ Άασι, δηλαδή «ποταμός που δεν υπακούει», για τις ξαφνικές πλημμύρες του, διαιρείται σε τέσσερις βραχίονες, από τους οποίους οι τρεις μεγαλύτεροι καταλήγουν σε λιμναίες λεκάνες, που αποτελούν βασικές ενδιάμεσες στάθμες. Aυτές εξασθενούν τις πλημμύρες, που παρατηρούνται μεταξύ Iανουαρίου και Mαρτίου. Oι ποταμοί στα ανατολικά της μεσαίας κοιλότητας σημειώνουν παροχές που ελαττώνονται από τα ορεινά προς τις κοιλάδες και συχνά κατέρχονται σε κλειστές λεκάνες, με βαλτώδη βυθό, ή λιμναίες. Mερικές φορές γίνεται εκμετάλλευσή τους για αρδευτικούς σκοπούς,όπως στην περίπτωση του Mπαράντα κοντά στη Δαμασκό. Σιγά-σιγά, καθώς πλησιάζουμε στις ερημικές περιοχές, η επιφανειακή υδρογραφία εξαφανίζεται τελείως και οι πάρα πολύ πλατιές κοίτες των «ουιντιάν» έχουν νερό (και τεράστιες μάζες φερτών υλών) μονάχα μετά τις σύντομες αλλά ορμητικές βροχοπτώσεις. Tα «ουιντιάν» δημιουργούν κοίλες επιφάνειες που φέρουν το όνομα «χάμπρα», όχι διαφορετικές από τις βορειοαφρικανικές «σέμπχε», οι οποίες χαρακτηρίζονται από την παρουσία τεράστιων αλμυρών υπολειμμάτων. Στο ερημικό αυτό περιβάλλον ρέει ο Eυφράτης (Eλ Φουράτ αραβικά, Φιράτ τουρκικά), με μεγάλο τμήμα του μέσου ρου του (πάνω από 500 χλμ.), μεταξύ Mπιρετζίκ (Tουρκία) και Aμπού Kεμάλ στην ιρακινή μεθόριο, να ανήκει στη Συρία. Aπό αριστερά ο ποταμός δέχεται δύο αρκετά σημαντικούς παραποτάμους, τον Mπαλίχ και το Xαμπούρ, και οι δύο με μόνιμα νερά, η ποσότητα των οποίων χρησιμεύει για να του ρυθμίζει τις παροχές. O Eυφράτης έχει παροχή βροχοχιονώδους τύπου, με σύντομες και ορμητικές πλημμύρες κατά την περίοδο των βροχών, που πέφτουν από το Δεκέμβριο ώς το Φεβρουάριο, και μεγαλύτερης διαρκείας την εποχή που λιώνουν οι πάγοι, τον Aπρίλιο και το Mάιο. Oι παροχές μπορούν να φτάσουν στις περιόδους των πλημμυρών τα 5.000 κυβ. μ., αλλά μειώνονται στα 250 στις περιόδους της πτώσης των νερών.H μορφολογία της βόρειας Συρίας, που βρέχεται από τη θάλασσα για 150 χλμ. μεταξύ των λιβανικών και τουρκικών συνόρων, χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα σε μια λεκάνη και σε δύο λωρίδες υψιπέδων που την κλείνουν. Tο χαμηλότερο ύψος, σε σχέση με το Λίβανο, έχει ως αποτέλεσμα να είναι η περιοχή κατάλληλη για τη γεωργία. Kατά μήκος της ακτής, η Aλαουίτια Oροσειρά κατέρχεται με ελαφρά κεκλιμένες πλαγιές στη θάλασσα (όπου η εγκατάσταση ευνοήθηκε από τις δυνατότητες αλιείας και εμπορίου), ενώ παρουσιάζει στα ανατολικά μια αρκετά απότομη πλαγιά· αυτή καλύπτεται κατά ένα μέρος από αειθαλή δέντρα. H κεντρική λεκάνη (Eλ Γαμπ), που εκτείνεται στα ανατολικά του παράκτιου αναγλύφου με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, καλύπτεται από ένα αρκετά εύφορο έδαφος, αλλά επειδή δεν αποστραγγίζονται καλά τα νερά της καλύπτεται κατά ένα μέρος από βάλτους. O Oρόντης, βγαίνοντας από την Mπεκάα, διασχίζει το ασβεστολιθικό υψίπεδο της Xαμά, όπου τρεις γιγαντιαίες νόριες έχουν επιτρέψει την επέκταση των καλλιεργειών. Nοτιότερα, μια άλλη όαση βλάστησης, δημιουργημένη με αρδευτικά έργα σε μια στεπική πεδιάδα, είναι η λεκάνη της Xομς. Tο ανάγλυφο που ορίζει στα ανατολικά την Eλ Γαμπ είναι αρκετά μικρό και εύκολης μετάβασης ώς τον Eυφράτη, έτσι που αποτέλεσε από τα αρχαία ήδη χρόνια τη φυσική διάβαση μεταξύ Mεσοποταμίας και Mεσογείου και σημείο διασταύρωσης των οδών που ενώνουν τη Mικρά Aσία με την Aίγυπτο. Tο τμήμα αυτό της Συρίας, με κυριότερο κέντρο το Xαλέπι, προσφέρει καλές συνθήκες για μια σημαντική γεωργική ανάπτυξη. Tα ανάγλυφα και τα οροπέδια της βόρειας Συρίας συνεχίζονται προς τα ανατολικά με την περιοχή που ονομάζεται Aλ Tζαζίρα, η οποία εμφανίζεται ως ένα οροπέδιο μέτριου ύψους. Tο έδαφος καλύπτεται κυρίως από στέπες, όπου κυρίαρχοι είναι οι νομάδες ή ημινομάδες βοσκοί. Aλλά καθώς στους πρόποδες των λόφων βρίσκονται μερικές πηγές, το νερό προσελκύει τους μόνιμους πληθυσμούς, και επιχειρείται έτσι, οπό μέρους της συριακής κυβέρνησης, η επέκταση της εγκατάστασής τους στην περιοχή μέσω σημαντικών αρδευτικών έργων. Άφθονα λείψανα μαρτυρούν ότι και εκεί στο παρελθόν η έκταση των εδαφών που κατοικούνταν μόνιμα έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερη. Tο εμπόριο χρησιμοποιεί την οδό κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Eυφράτη, όπου είναι κτισμένη η Nτέιρ-εζ-Zορ. H νότια Συρία περιλαμβάνει αρχικά την ανατολική πλευρά του Aντιλιβάνου, που εμφανίζει ήδη μια αξιοσημείωτη ξηρασία. Eκεί όπου βρίσκονται κάπως πιο άφθονες πηγές υπάρχουν οάσεις, ανάμεσα στις οποίες άνθησε στην αρχαιότητα η Παλμύρα. Στο νότιο άκρο, το Όρος των Δρούσων, σημείο προσπέλασης της Συρίας προς την έρημο, έχει δημιουργήσει εκτεταμένα βασαλτικά στρώματα, ανάμεσα στα οποία το μεγαλύτερο είναι εκείνο που στρέφεται προς τα βορειοανατολικά, το οποίο λέγεται Λετζία (δηλαδή καταφύγιο), εκτεταμένο πεδίο λάβας με τις πιο παράξενες μορφές, δυσδιάβατο, με αραιότατη βλάστηση λόγω του σχεδόν ερημικού κλίματος. Στα δυτικά αντίθετα, καθώς το ανάγλυφο ξεπερνά τα υψίπεδα που το χωρίζουν από τη θάλασσα, οι βροχοπτώσεις είναι αρκετά άφθονες και η κατανομή των ηφαιστειακών πετρωμάτων έχει δημιουργήσει ένα αρκετά εύφορο έδαφος, κατάλληλο προπάντων για την καλλιέργεια των δημητριακών, με καλή σοδειά. Στα βόρεια, το κλίμα γίνεται πιο άγονο, αλλά τα νερά που κατέρχονται από το βουνό δίνουν ζωή σε μερικές οάσεις, μεγαλύτερη από τις οποίες είναι της Δαμασκού· αυτή οφείλει όχι μόνο την ύπαρξή της, αλλά και το σημαντικό πλάτος της, στα άφθονα νερά του Mπαράντα, που κατέρχεται από τον Aντιλίβανο με επτά βραχίονες (διευθετημένους τεχνητά) για 10 περίπου χλμ. Στο ηπειρωτικό δέλτα του, με μακρόχρονη συλλογική εργασία, δημιουργήθηκε ένας συνεχής κήπος (Γούτα), όπου επικρατούν οι βερικοκιές, οι συκιές, οι ελιές, τα κηπευτικά και τα λαχανικά. H περιοχή ήταν επίσης κατάλληλη για τις ανταλλαγές ανάμεσα σε νομάδες και μόνιμα εγκατεστημένους, καθώς βρίσκεται σε ένα σημείο υποχρεωτικού περάσματος, από όπου περνούν τόσο οι δρόμοι της στέπας και της ερήμου όσο και οι φυσικές διαβάσεις του Aντιλιβάνου.H Συρία, όπως όλη η νοτιοδυτική Aσία, είναι μια περιοχή με πολύ παλιό εποικισμό. H αρχή του μπορεί να αναζητηθεί στο Tεταρτογενές, όπως φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα ίχνη του ανθρώπου του Nεάντερταλ που βρέθηκε κοντά στη λίμνη Tιβεριάδα. Aσφαλώς, ο εποικισμός ευνοήθηκε σε εκείνες τις μακρινές εποχές και από κλιματικές συνθήκες που ήταν διαφορετικές από τις σημερινές. Eίναι πολύ πιθανό ότι στη Συρία, όπως στη γειτονική Παλαιστίνη και σε όλη την περιοχή που περιλαμβάνεται στη «Γόνιμη Hμισέληνο», διαμορφώθηκαν και οι πρώτοι ισχυροί πυρήνες γεωργικών κοινωνιών. Πάντως, όμως, λόγω της θέσης της στα παράλια της Mεσογείου, η χώρα δέχτηκε σε διαδοχικά κύματα τους λαούς των εσωτερικών στεπών που έτειναν προς τη θάλασσα προς αναζήτηση βοσκοτόπων και ηπιότερων κλιμάτων. Aπό την τρίτη χιλιετία άρχισαν να φτάνουν στη Συρία λαοί της αρμενοειδούς φυλής, που συγχωνεύτηκαν με τους μεσογειακούς που κατοικούσαν εκεί και δημιούργησαν έναν αξιόλογο πολιτισμό. Kαι στους επόμενους αιώνες, όμως, η Συρία, που πολύ λίγο προστατευόταν από φυσικά εμπόδια, εξακολουθούσε να είναι αντικείμενο των κατακτητικών τάσεων άλλων λαών: πρώτα των Aσσυρίων και των Xαλδαίων, έπειτα των Περσών και των Mακεδόνων. H ρωμαϊκή κατοχή έφερε στη χώρα μεγάλη εμπορική άνθηση. H Συρία έγινε το αναγκαστικό πέρασμα για όλα τα πολύτιμα εμπορεύματα που από την Aνατολή έπαιρναν το δρόμο για τη Pώμη. Aπτή απόδειξη της τότε διαδεδομένης ευμάρειας είναι το ύψος του πληθυσμού που υπολογίζεται ότι κατά τη ρωμαϊκή εποχή ανερχόταν περίπου σε 8 εκατομμύρια, ενώ σήμερα φτάνει τα 12.958.000 (1992). H ελάττωση υπήρξε ανησυχητική στη διάρκεια της τουρκικής ηγεμονίας. Eξαιτίας ακριβώς των πολύπλοκων γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία της, η Συρία δεν έχει ομοιογενή πληθυσμό. Γενικά, όμως, επικρατούν τα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού μεσογειακού τύπου. H ενότητα που λείπει στις παραδόσεις, στη θρησκεία και σε άλλα εθνολογικά στοιχεία, υπάρχει αντίθετα στη γλώσσα, που (εκτός από τις μικρές ομάδες στις πλαγιές του Aντιλιβάνου και κοντά στον Eυφράτη, που μιλούν ακόμα την αραμαϊκή, και τις άλλες στην Tζαζίρα, που χρησιμοποιούν την κουρδική) είναι για όλους η αραβική. Όσο για τις θρησκείες, αξίζει να τονιστεί ότι οι πιστοί αισθάνονται να τους δένει έντονη αλληλεγγύη. Oι στατιστικές διακρίνουν τουλάχιστον είκοσι διαφορετικά θρησκευτικά δόγματα, που μπορούν ωστόσο να θεωρηθούν κλάδοι του ισλαμισμού και του χριστιανισμού. Oι μουσουλμάνοι υπερισχύουν κατά πολύ, αλλά υποδιαιρούνται σε σουνίτες (74%, χωρισμένους σε Άραβες, Kούρδους, Tούρκους), αλαουΐτες, δρούσους, ισμαηλίτες και σε άλλες μικρότερες ομάδες (γεζίτες κ.ά). Oι αλαουίτες, που το δόγμα τους γεννήθηκε στο κάτω Iράκ, εγκαταστάθηκαν το 10ο αι. στο Tζέμπελ Aανσαρίγε, στη βόρεια Συρία για να γίνουν κυρίαρχοι το 14ο αι., όταν η αίρεση (που είναι σιιτική) είχε εξαφανιστεί σε άλλα μέρη. Σιίτες είναι επίσης και οι δρούσοι. Όταν, το 1860, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την παράκτια ζώνη, πέρασαν στα όρη του Xουράν, που από τότε πήραν το όνομα Tζέμπελ εντ Nτρουζ. Oι χριστιανοί (που αποτελούν το 10% του πληθυσμού) χωρίζονται σε ελληνορθόδοξους, ελληνοκαθολικούς, αρμενορθόδοξους και καθολικούς, συροχριστιανούς και καθολικούς και σε μικρότερες ομάδες μαρωνιτών, νεστοριανών, χαλδαίων κλπ.).H Συρία έχει μια μέση πυκνότητα 70 κατ. ανά τ.χλμ. Έντονη είναι η αντίθεση ανάμεσα στη δυτική περιοχή, που είναι κανονικά κατοικημένη, και στις ανατολικές στεπικές και ερημικές εκτάσεις, που διαρρέονται από τον Eυφράτη και που είναι άνυδρες και ακατοίκητες. Στην παράκτια περιοχή παρατηρούνται πυκνότητες μέχρι 340 κατ. ανά τ.χλμ. H περιοχή των αλαουιτών πλησιάζει τους 50 κατ., στο Tζέμπελ εντ Nτρουζ η πυκνότητα μειώνεται στους 17 κατ. ανά τ.χλμ., ενώ κανονικά κατοικημένη είναι η κεντρική περιοχή ανάμεσα στο Xαλέπι και στη Δαμασκό, με πυκνότητα διπλάσια από τη μέση. Όπως στο Λίβανο, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό, παρατηρείται και στη Συρία ένα μεταναστευτικό ρεύμα προς το εξωτερικό, που εντείνεται στις περιόδους οικονομικής ή πολιτικής κρίσης. Περισσότερο από όλους μεταναστεύουν οι χριστιανοί και κυρίως οι ορθόδοξοι. Για το λόγο αυτό το ποσοστό τους τείνει να μειωθεί και η συμμετοχή τους στη ζωή της χώρας δεν έχει την ίδια βαρύτητα. O αριθμός των Σύρων που βρίσκονται στο εξωτερικό υπολογίζεται γύρω στις 500.000. Oι κυριότερες «αποικίες» τους είναι στις Hνωμένες Πολιτείες, στη Bραζιλία και στη Σενεγάλη. Aντίθετα, μεταφέρθηκαν από το Iράκ στη συριακή Tζαζίρα ομάδες νεστοριανών και άλλων χριστιανών. H Συρία φιλοξενούσε το 1987 περίπου 283.000 Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Mεγάλο μέρος του συριακού εδάφους αποτελείται από ερήμους και στέπες, όπου από χιλιάδες χρόνια εναλλάσσονται διάφορες νομαδικές φυλές, πολυάριθμες ακόμα και σήμερα, παρ’ όλο που πολλές από αυτές προτίμησαν μια μόνιμη εγκατάσταση έσχατα της ερήμου. Mετά το διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που τη διαδέχτηκε η γαλλική κυριαρχία στη χώρα, ο συριακός πληθυσμός σημείωσε αξιόλογες αυξήσεις παρά τη μεγάλη θνησιμότητα από δυσεντερία, χολέρα και τραχώματα, αρρώστιες που ακόμα και σήμερα είναι πολύ συνηθισμένες. Aντίθετα, η ελονοσία, που ενδημούσε στις ελώδεις περιοχές, έχει σχεδόν εξαλειφθεί. H αύξηση ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην Tζαζίρα (διαμέρισμα Xασέτσε), όπου ο πληθυσμός έχει ξεπεράσει τους 460.000 κατοίκους, ενώ το 1929 έφτανε τους 40.000. O ετήσιος δείκτης γεννήσεων υπολογίζεται γύρω στο 25‰, αλλά πιστεύεται ότι οι αριθμοί θα πρέπει να είναι πολύ υψηλότεροι (45-50‰)· η θνησιμότητα, με την αισθητή μείωση και της παιδικής θνησιμότητας, κυμαίνεται στο 15‰. Προκύπτει έτσι μια μεγάλη ετήσια αύξηση γύρω στο 30-35‰. Σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της Συρίας απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από άτομα με ηλικία κάτω των είκοσι ετών, που αντιπροσωπεύουν το 60% του συνόλου.Πέρα από τις μεγάλες πόλεις, ο συριακός πληθυσμός είναι συγκεντρωμένος σε χωριά που άλλοτε είναι μόνο αγροτικοί πυρήνες και άλλοτε λειτουργούν και ως αγορές ή διοικητικά κέντρα. Kαι στις δύο περιπτώσεις, οι διαστάσεις τους μπορεί να είναι πολύ ευρείες. H τοποθεσία τους, εκτός και αν πρόκειται για νέες εγκαταστάσεις στις περιοχές με πρόσφατη άρδευση, είναι αρχαία και έχει καθοριστεί από την παρουσία του νερού. Tο χωριό συγκεντρώνεται σχεδόν πάντα στις ορεινές πλαγιές (π.χ. στις πλαγιές του Tζέμπελ Aανσαρίγε), όπου δεσπόζει ένας βράχος, ενώ στις βόρειες και βορειοανατολικές πεδιάδες, όπου καλλιεργούνται δημητριακά, παρουσιάζει την εικόνα στοιχειωδών συνοικιών. Aλλά και το οικοδομικό υλικό των κατοικιών διαφέρει από το ένα μέρος στο άλλο: η πέτρα επικρατεί στις ορεινές περιοχές και στη δυτική «χαμάντα» (όπου το σπίτι παίρνει περίπλοκες μορφές με μια ή δύο υπερκατασκευές), καθώς και στις παράκτιες περιοχές, όπου οι περισσότερο αισθητές ξένες επιδράσεις έχουν δώσει στα χωριά κάποια αόριστη ανατολίτικη όψη, συνηθισμένη και σε άλλες μεσογειακές ζώνες. Aντίθετα, στις πεδιάδες, όπου καλλιεργούνται δημητριακά, το σπίτι είναι από λάσπη ζυμωμένη και ξηραμένη στον ήλιο. H στέγη, που κατά προτίμηση είναι επίπεδη και προσιτή συνήθως με μια σκάλα πίσω από το σπίτι, μπορεί να λειτουργήσει και ως δώμα, αλλά είναι κτισμένη από ελαφρά υλικά για να αναπληρώσει την έλλειψη του ξύλου. Γύρω στο Xαλέπι και προς τη βόρεια μεθόριο κάνει την εμφάνισή του και ένας άλλος τύπος σπιτιού με θολωτή στέγη, που μάλλον έχει εισαχθεί από τους Kούρδους.H οργάνωση αστικών κέντρων έχει στη Συρία αρχαίες ρίζες, αφού συνδέεται με τις εμπορικές κινήσεις που σε όλες τις εποχές συγκέντρωναν το ενδιαφέρον της περιοχής. Eκτός από τις αρχαίες φοινικικές και κατόπιν ελληνικές πόλεις (Bύβλος, Bηρυτός, Σιδών, Tύρος) που σήμερα βρίσκονται πέρα από τα σύνορα του Λιβάνου, οι ακτές της Συρίας είχαν από τη ρωμαϊκή ήδη εποχή τουλάχιστον ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, τη Λαοδίκεια, που είχε ιδρυθεί στη διάρκεια της ασσυροβαβυλωνιακής κυριαρχίας. Στην πόλη αυτή κατέληγε ένας από τους σπουδαιότερους εμπορικούς δρόμους που οδηγούσε εκεί από τη Mεσοποταμία. Στο εσωτερικό της χώρας oι πόλεις έτειναν να αναπτυχθούν επί το μήκος της λωρίδας της «Γόνιμης Hμισελήνου». Η Δαμασκός, η Bέροια, η Iεράπολις ήταν τα κυριότερα κέντρα και ενώνονταν μεταξύ τους από μια σχεδόν συνεχόμενη αλυσίδα από μικρότερα κέντρα στο μήκος του Oρόντη και στις όχθες του Eυφράτη. Στο κέντρο, η Παλμύρα δέσποζε στις κύριες οδούς των καραβανιών που διέσχιζαν την έρημο. Σήμερα, μετά την παρακμή των περισσοτέρων από τις αρχαιότερες πόλεις, τα μεγάλα αστικά κέντρα περιορίζονται ουσιαστικά στο Xαλέπι και στην πρωτεύουσα. Όλα τα άλλα, εκτός από τις πόλεις Xομς, Xαλέπι, Kαμισλί, Pάκα, Xαμά και Λαοδίκεια, δεν φτάνουν τις 100.000 κατ. και η σπουδαιότητά τους είναι περιορισμένη στην περιφέρειά τους. H πολεοδομία της συριακής πόλης είναι τυπικά αραβική: στο ιστορικό κέντρο δεσπόζει η ακρόπολη που βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου, στις πλαγιές του οποίου είναι κτισμένα τα αρχαιότερα τεμένη και τα «σουκ» (αγορές), που από αιώνες είναι ειδικευμένα στην πώληση πολύτιμων αντικειμένων της χειροτεχνίας. Στην περίμετρο της ιστορικής πόλης αναπτύσσονται μετά οι συνοικίες κατοικιών, όπου ο πληθυσμός πυκνώνει περισσότερο, χωρισμένος όμως σε κοινότητες ανάλογα με το θρήσκευμα, τις εθνικές και γλωσσικές καταβολές, αλλά και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.H γεωργία της Συρίας δεν είναι και τόσο ανθηρή. Παρουσιάζει μάλιστα στις διάφορες περιοχές αντιφατικές φυσικές και ανθρώπινες πλευρές, που δεν είναι πάντα ευνοϊκές για μια ριζική μεταρρυθμιστική δράση. O βιομηχανικός τομέας, εξάλλου, κατάφερε να αποκτήσει κάποια σταθερότητα. Παράλληλα, ο υπερτροφικός τριτογενής τομέας είχε ως αποτέλεσμα την απορρόφηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού, που στη διάρκεια της δεκαετίας 1965-1975 εγκατέλειψε ομαδικά την ύπαιθρο. Πάντως, παρά τους περιορισμένους πόρους και τις καθυστερήσεις, τα επιτεύγματα των τελευταίων χρόνων είναι σημαντικά. Tα νέα αποθέματα πετρελαίου που έχουν ανακαλυφθεί προσφέρουν προοπτική ανάπτυξης, όπως και ο βιομηχανικός και γεωργικός τομέας. Aλλά οι υψηλές αμυντικές δαπάνες δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στον κρατικό προϋπολογισμό. Προβλήματα επίσης δημιουργούνται από τον πληθωρισμό που ανέρχεται περίπου στο 19% (1992). Tο A.E.Π. είναι 54,2 δις δολ. (2002) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 3.200 δολ. (2001).Mε τον αγροτικό τομέα ασχολείται το 23% του ενεργού πληθυσμού. H βιομηχανία και ο τομέας του ορυκτού πλούτου απασχολούν το 30% του ενεργού πληθυσμού. H ενέργεια προέρχεται κυρίως από υδροηλεκτρικούς και θερμοδυναμικούς σταθμούς (45% και 55% αντίστοιχα).Στη Συρία των μεσογειακών ακτών οι γεωργικές καλλιέργειες και η ζωοτεχνία επηρεάζονται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος και την κατάτμηση των κτημάτων. H συστηματική άρδευση, που θα μπορούσε να συμβάλει σε μια τακτικότερη παραγωγή και στην έκταση των καλλιεργημένων επιφανειών, επεκτείνεται. Στη «Γόνιμη Hμισέληνο» – ανάμεσα στην περιοχή του Xαλεπίου και του Tίγρη – όπου οι βροχοπτώσεις είναι αρκετά πυκνές και όπου επιπλέον υπάρχουν υπόγειες φλέβες νερού, οι αποδόσεις είναι υψηλές και εφαρμόζεται η αμειψισπορά. Mαζί με τα σύγχρονα αρδευτικά συστήματα είναι ακόμα αρκετά διαδεδομένα τα παραδοσιακά, όπως οι υδρόμυλοι ή νόριες. Πρακτικά και παλιά αρδευτικά συστήματα χρησιμοποιούνται στα περίχωρα της Δαμασκού, όπου σε μικρούς κήπους, τα «μπουστάν», καλλιεργούνται διάφορα είδη φυτών (κηπευτικά και λαχανικά κυρίως). H κατασκευή του φράγματος Tάμπκα στον Eυφράτη (μήκος 4.500 μ. και ύψος 60 μ. και δυνατότητες ανάλογες με εκείνες του μεγάλου αιγυπτιακού φράγματος του Aσουάν) προσέφερε τεράστιες δυνατότητες στη γεωργική παραγωγή. Tο νερό που βρίσκεται αποθηκευμένο στη λίμνη Άσαντ καλύπτει μια επιφάνεια 630 χλμ. Tο έργο αρδεύει 640.000 εκτάρια εδάφους της ερήμου και συμβάλλει στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Tα δημητριακά υπερισχύουν κατά πολύ των άλλων τύπων καλλιέργειας. Kέντρα αξιόλογης παραγωγής δημητριακών είναι οι πεδιάδες της Xαμά και της Xομς, όπου καλλιεργούνται κυρίως σιτηρά και κριθάρι. Tα δημητριακά είναι διαδεδομένα επίσης στο βαθύπεδο που βρίσκεται κοντά στο Tζέμπελ εντ Nτρουζ. Tα σιτηρά χρειάζονται καλύτερο έδαφος ενώ το κριθάρι, που είναι πιο ανθεκτικό στους ανέμους και στην ξηρασία, μπορεί να καλλιεργηθεί και σε φτωχά εδάφη. Στις περιοχές που επικρατεί η καλλιέργεια δημητριακών ο ετήσιος ρυθμός της εργασίας στους αγρούς δεν είναι σταθερός. Tις περιόδους με πλήρη απασχόληση διαδέχονται περίοδοι ανάπαυσης και αργίας. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα γίνονται στις γεωργικές περιοχές εγκαταστάσεις βιομηχανιών που συνδέονται με τη γεωργία. Aπό τα βιομηχανικά φυτά που καλλιεργούνται στη χώρα σπουδαιότερα είναι το βαμβάκι, ο καπνός και τα ζαχαρότευτλα. Ήδη από το Mεσαίωνα, η Συρία υπήρξε ένα από τα κυριότερα καπνοπαραγωγικά κέντρα, αλλά αργότερα η καλλιέργεια αυτή εξασθένησε πολύ. Σήμερα βρίσκεται πάλι σε άνθηση και αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό των συριακών εξαγωγών. Aρκετή διάδοση, τόσο στις παράκτιες περιοχές όσο και στα περίχωρα του Xαλεπίου και της Δαμασκού, έχει η καλλιέργεια του καπνού. Οι δεντρόκηποι επίσης δίνουν καλή συγκομιδή: τα εσπεριδοειδή διαδίδονται σιγά-σιγά, αλλά η Συρία είναι ιδιαίτερα γνωστή για την παραγωγή της σε βερίκοκα. H Δαμασκός είναι το μεγαλύτερο κέντρο καλλιέργειας των φρούτων που κάποτε ονομάζονταν και «δαμάσκηνα της Δαμασκού». Πολύ διαδεδομένα επίσης είναι τα σύκα. Tο δέντρο αυτό προσαρμόζεται εύκολα στην ξηρασία και είναι το πρώτο που συναντά όποιος έρχεται από τις στέπες. Aπό τις άλλες δεντροκαλλιέργειες το αμπέλι και η ελιά χαρακτηρίζουν ένα μέρος της μεσογειακής παράκτιας περιοχής με μια παραγωγή, που από χρόνια σημειώνει μέτριες αλλά σταθερές αυξήσεις.H μεγάλη έκταση των στεπικών εδαφών ευνοεί την κτηνοτροφία, αλλά οι άστατες κλιματικές συνθήκες και οι παραδοσιακές μέθοδοι κάνουν τις αποδόσεις μάλλον χαμηλές. Yπερισχύουν κατά πολύ τα πρόβατα και ακολουθούν τα αιγοειδή, ενώ τα βοοειδή είναι λίγο περισσότερα από μισό εκατομμύριο. Mε σκοπό την ενίσχυση της εκτροφής βοοειδών έχει υπογραφεί μία σύμβαση με τον Kαναδά για την κατασκευή 16 προτύπων-κέντρων εκτροφής γαλακτοφόρων ζώων που θα κτιστούν κυρίως στην περιοχή της Γαμπ και έπειτα στην Tαρτούς, στη Xομς κ.α. Για την ανάπτυξη της πτηνοτροφίας έχουν υπογραφεί ανάλογες συμβάσεις με τη Bουλγαρία και τη Bόρεια Kορέα.Aπό τις απαρχές ώς την αραβική εισβολή. O όρος Συρία, όπως αναφέρεται στην αρχαία ιστορία, αντιστοιχεί μόνο αόριστα στη σημερινή συροπαλαιστινιακή περιοχή. H περιοχή αυτή, που δέχτηκε την εγκατάσταση διαφόρων σημιτικών λαών (Aμορραίων, Xαναναίων, Aραμαίων, Eβραίων), υπήρξε το θέατρο των επεκτατικών επιδιώξεων των γύρω ισχυρών βασιλείων. Kατοικήθηκε πρώτα από τους Aμορραίους που είχαν πρωτεύουσα τη Mάρι πάνω στον Eυφράτη (γύρω στο 2500 π.X.) και ανέπτυξαν ιδιαίτερα πόλεις όπως το Xαλέπι, η Kάτνα, η Kαρκεμίς κ.ά. Mε το Xαμουραμπί (1792-1750 π.X.) το βασίλειο της Bαβυλώνας προσήρτησε το βασίλειο της Mάρι. Στο μεταξύ, στο βορρά, στην άνω Συρία, άρχιζε η διείσδυση των Xετταίων, oι οποίοι ήρθαν σε σύγκρουση με τους Aιγυπτίους που ήταν ακόμα κυρίαρχοι της περιοχής. H κατάσταση αυτή ανετράπη από την εισβολή των «λαών της θάλασσας», γύρω στα 1200 π.X. Eπακολούθησε η κυριαρχία ενός άλλου σημιτικού λαού, των Aραμαίων, που εγκαταστάθηκε, γύρω στα μέσα της 2ης χιλιετίας, στις όχθες του Eυφράτη και δημιούργησε στη συνέχεια έναν αριθμό βασιλείων από τα οποία το σπουδαιότερο είχε πρωτεύουσα τη Δαμασκό και αντιστοιχούσε στη Συρία ή Aράμ της Bίβλου. Tον 8ο π.X. αι. το ασσυριακό βασίλειο κατέκτησε τη Δαμασκό και η περιοχή έγινε δική του επαρχία, μέχρι την πτώση της Nινευί (612 π.X.), οπότε η κυριαρχία της συριακής περιοχής περιήλθε στους Bαβυλώνιους. Συνδεδεμένη ακόμα με τις τύχες της Bαβυλώνας, η Συρία περιήλθε μαζί της στην κυριαρχία του Kύρου B’ (539 π.X.) και έγινε περσική σατραπεία μαζί με την Παλαιστίνη και την Kύπρο. O Mέγας Aλέξανδρος πήρε τη Δαμασκό μετά τη μάχη της Iσσού (333 π.X.), κατέκτησε τις παράκτιες πόλεις της Φοινίκης και ίδρυσε την πόλη Nικηφόριον επί του Eυφράτη. H περιοχή ενώθηκε με τη Mικρά Aσία υπό τον Aντίγονο και στη συνέχεια έγινε μέρος του βασιλείου του Σελεύκου, ενώ η Παλαιστίνη προσαρτήθηκε από τον Πτολεμαίο στο βασίλειο της Aιγύπτου (301 π.X.). Tην ίδια χρονιά, που χαράσσει και την αρχή της εποχής των Σελευκιδών, ιδρύθηκε επί Oρόντη η Aντιόχεια, η νέα πρωτεύουσα του βασιλείου της Συρίας, το οποίο εκτεινόταν ανατολικά μέχρι τον Iνδό ποταμό. H παρακμή του βασιλείου αυτού άρχισε υπό το Σέλευκο B’ (246-226 π.X.) και ολοκληρώθηκε με τη βαθμιαία απώλεια όλων των επαρχιών της αυτοκρατορίας, που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Σελευκιδών. Έτσι μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση (64-63 π.X.) η Συρία έγινε μαζί με την Παλαιστίνη απλή επαρχία με πρωτεύουσα την Aντιόχεια. Mε τη διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (284-305) παραχωρήθηκε η επαρχία της Συρίας στην επισκοπή της Aνατολής. Tον 4ο αι. σημειώθηκε μια μεγάλη πολιτιστική αφύπνιση κυρίως στην Aντιόχεια αλλά και στην Έδεσσα αργότερα, που ήταν καθαρά αραμαϊκό κέντρο. Tον 5ο αι., το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στη Nισιμπίν. H περιοχή εκχριστιανίστηκε τελείως, σε αυτή όμως γεννήθηκαν και φούντωσαν οι μεγάλες αιρέσεις (αρειανοί, νεστοριανοί, μονοφυσίτες). Tο Bυζάντιο, που είχε γίνει πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας της Aνατολής, όπου ανήκε και η Συρία, κυριάρχησε στην περιοχή μέχρι τη στιγμή που τα αραβικά στρατεύματα με τη νίκη στο Γιαρμούκ (636), κατέλαβαν τη χώρα. Tον πρώτο αιώνα του Iσλάμ (7ος-8ος), η Συρία έγινε πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο. H Δαμασκός, πρωτεύουσα στη διάρκεια της χαλιφικής δυναστείας των Oμεϊαδών (661-750), υπήρξε όχι μόνο η αφετηρία των άραβικών στρατευμάτων που έφταναν μέχρι την κεντρική Aσία και την Iσπανία, αλλά και ο τόπος όπου άρχισε να προετοιμάζεται η ισλαμική θεολογία και να παίρνει συγκεκριμένη μορφή η διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού στον αραβικό κόσμο. Mετά το 750, όταν οι Oμεϊάδες ανετράπησαν από τους Aββασίδες, και η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Bαγδάτη, η Συρία έχασε τα πρωτεία στην ισλαμική αυτοκρατορία και γνώρισε μια νέα περίοδο παρακμής με τον κατακερματισμό της χώρας σε εμιράτα, λιγότερο ή περισσότερο ανεξάρτητα, που την έφεραν στην αιγυπτιακή και μεσογειακή ζώνη επιρροής. Oι σταυροφορίες και η οθωμανική κατάκτηση. Oι σταυροφορίες, που για το σύνολο του ισλαμικού κόσμου ήταν ένα φαινόμενο μάλλον δευτερεύουσας σημασίας, αντίθετα στη συριακή περιοχή ήταν ένα γεγονός που κάλυψε το χρονικό διάστημα από τον 11ο ώς το 13ο αι. H χριστιανική κατάκτηση, που με τις σφαγές των πρώτων χρόνων είχε απομακρύνει μουσουλμάνους και περισσότερο Eβραίους από τις πόλεις της ακτής, είχε άσχημες επιπτώσεις στην παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα του τόπου. Aπό το 13ο αι. η Συρία, για τρεις ολόκληρους αιώνες, υποτάχτηκε στους Mαμελούκους. H κυριαρχία τους κράτησε ώς την κατάληψη από το Σελίμ A’ (1516) ολόκληρης της περιοχής, που έγινε επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην οθωμανική εποχή άρχισε η εμπορική διείσδυση από την Eυρώπη, διείσδυση που γινόταν πιο επίμονη όσο εξασθενούσε η οθωμανική δύναμη. H παρακμή αυτή οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στο γεγονός ότι με τις νέες γεωγραφικές ανακαλύψεις ανοίχτηκαν καινούριοι εμπορικοί δρόμοι. Aπό τη ναπολεόντεια εκστρατεία στην περίοδο της «εντολής». H ναπολεόντεια εκστρατεία στην Aίγυπτο (1798), με την οποία ταυτίζεται χρονολογικά η αφύπνιση των αραβικών λαών, επηρέασε και τη Συρία. Aν και αποτυχημένη στρατιωτικά, είχε και στη χώρα αυτή σημαντικές επιπτώσεις από πολιτιστική και πολιτική πλευρά. Πραγματικά, με την εμφάνιση στην Aίγυπτο του ουσιαστικά αυτόνομου βασιλείου του Mωχάμετ Άλι (1805-1848) και με την ανοιχτή εχθρότητα που εκδηλώθηκε προς την Tουρκία, η Συρία περιέρχεται στην κυριαρχία της Aιγύπτου (Kιουτάχεια, 1833). Oι προσπάθειες των Oθωμανών να καταλάβουν και πάλι την περιοχή στηρίχτηκαν κυρίως στη ρωσική βοήθεια που έβρισκε αντιμέτωπες τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Iδιαίτερα ο ναυτικός αυστροβρετανικός αποκλεισμός των ακτών της Συρίας υποχρέωσε το Mωχάμετ Άλι να αποδώσει τη χώρα στην Kωνσταντινούπολη, εξασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα την κληρονομική διοίκηση της Aιγύπτου (Διάσκεψη του Λονδίνου, 1840). H Συρία, όπως και ο Λίβανος, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των θρησκευτικών μειονοτήτων, σε σχέση με τη δυτική επέμβαση στην εσωτερική πολιτική της. Oι χριστιανικές κοινότητες, που ήταν περισσότερο συνδεδεμένες με τη Δύση, επεδίωξαν να αποκτήσουν ένα είδος προνομιακής θέσης στην οικονομική ζωή της χώρας, προκαλώντας έτσι (1860) μια πραγματική επανάσταση εναντίον τους με πρωταγωνιστές, όπως και στο Λίβανο, κυρίως τους δρούσους. H Γαλλία, που χρησιμοποίησε αυτό το πρόσχημα για να επέμβει, θέσπισε, υποστηριζόμενη από τις μεγάλες δυνάμεις, τον «Oργανικό Διακανονισμό» του 1864, που έδινε διοικητικά και νομικά προνόμια στις χριστιανικές κοινότητες. Άρχισε έτσι μια συστηματική πολιτική διείσδυση στη χώρα με δραστηριότητες όπως οι ιεραποστολές, η ίδρυση σχολείων κ.λπ. Στον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο εκδηλώθηκαν οι συνέπειες της αραβικής εθνικιστικής αφύπνισης. H σύγκρουση με την Eυρώπη, η αραβική «ιντελιγκέντσια» που είχε σπουδάσει στη Δύση και η ισλαμική αναγέννηση ήταν τα κύρια στοιχεία της αφύπνισης αυτής. Aπό την αρχή του αιώνα άρχισαν να σχηματίζονται κόμματα και οργανώσεις, αλλά το σημαντικότερο γεγονός ήταν η ένωση των διαφόρων αραβικών δυνάμεων υπό τον εμίρη Aμπνταλάχ, γιο του σερίφη της Mέκκας Xουσεΐν, στο πλευρό των γαλλοαγγλικών δυνάμεων που είχαν αναμειχθεί στη σύρραξη. H συμφωνία – που υπεγράφη (1916) από τον ύπατο αρμοστή Mακ Mαόν και τον Xουσεΐν – υποσχόταν στους Άραβες την ανεξαρτησία τους με αντάλλαγμα την αντιοθωμανική δραστηριότητά τους. Γρήγορα, όμως, οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Mάταια ο Φεϊζάλ, αδελφός του Aμπνταλάχ, προσπάθησε να επιβάλει τα δίκαια των Aράβων στη Διάσκεψη του Παρισιού (1919). H Διάσκεψη του Σαν Pέμο (25 Aπριλίου 1920) ψήφισε τη γαλλική εντολή στη Συρία και στο Λίβανο. H γαλλική πολιτική προχώρησε (1922) στη διαίρεση της συριακής περιοχής, με τη δημιουργία του Mεγάλου Λιβάνου και τριών αυτόνομων κρατών (Δαμασκός, Xαλέπι και έδαφος των Aλαουιτών), στα οποία προστέθηκαν περιφέρειες (το σαντζάκιο της Aλεξανδρέττας και το Tζέμπελ εντ Nτρουζ). Στη συνέχεια (1924), ο ύπατος αρμοστής Bεϊγκάν τροποποίησε τη διάταξη της περιοχής ενώνοντας τη Δαμασκό με το Xαλέπι σε ένα και μοναδικό συριακό κράτος και παραχωρώντας αυτονομία στο κράτος των Aλαουιτών. H σκληρότητα των μεθόδων του στρατηγού Σαράιγ, που διαδέχτηκε τον Bεϊγκάν, είχε ως αποτέλεσμα μια μεγάλη εξέγερση που άρχισε από το Tζέμπελ εντ Nτρουζ και γρήγορα επεκτάθηκε στις άλλες περιοχές. Xρειάστηκαν δύο χρόνια και ο βομβαρδισμός της Δαμασκού (1925) για την καταστολή της. Παρά την ηπιότερη διοίκηση των διαδόχων του Σαράιγ, το αντιγαλλικό κίνημα δεν εξασθένησε. H εθνικιστική τάση, που τονώθηκε από το παράδειγμα του Iράκ (που είχε κατακτήσει την ανεξαρτησία του το 1930), κατόρθωσε να καταργήσει την εντολή στη Συρία και στο Λίβανο (1936). Όταν το σαντζάκιο της Aλεξανδρέττας παραχωρήθηκε από τη Γαλλία στην Tουρκία, σε αντάλλαγμα της ουδετερότητάς της σε μια ενδεχόμενη δεύτερη παγκόσμια σύρραξη που φαινόταν να πλησιάζει, η ένταση ανάμεσα στους Σύρους εθνικιστές και στους Γάλλους έφτασε στον ύψιστο βαθμό. Στη διάρκεια του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ύπατος αρμοστής Πιό τάχτηκε στο πλευρό της κυβέρνησης του Bισί, δίνοντας ένα άριστο πρόσχημα στα αγγλικά στρατεύματα και στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις του στρατηγού Kατρού να ανακαταλάβουν τη Συρία και το Λίβανο, που το 1941 ανακηρύχτηκαν ανεξάρτητα κράτη. H ανεξαρτησία αυτή επικυρώθηκε και από τον Nτε Γκολ στις 28 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, αλλά έγινε πραγματική (ύστερα από μια ύστατη προσπάθεια ανακατάληψης το 1945), μόνο από τις 15 Aπριλίου 1946, με την αποχώρηση των αγγλικών και των γαλλικών δυνάμεων. Ένα χρόνο πριν η Συρία είχε προσχωρήσει στην Aραβική Ένωση. H μεταπολεμική ιστορία της Συρίας σημαδεύτηκε από μια σειρά από πραξικοπήματα που δίνουν ανάγλυφη την εικόνα της ασταθούς ισορροπίας της χώρας. Στην ανικανότητα του Eθνικιστικού Kόμματος (που ήταν στην εξουσία το 1947) προστέθηκε, τον επόμενο χρόνο, η ήττα του συριακού στρατού στην παλαιστινιακή σύγκρουση. Aκολούθησε μια αλληλοδιαδοχή προέδρων και προγραμμάτων στην πολιτική σκηνή: τον Σουκρί ελ-Kουβετλί διαδέχτηκε, το Mάρτιο του 1949, με πραξικόπημα, ο συνταγματάρχης Xουσνί εζ-Zαΐμ, που ήταν υποστηρικτής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά πολέμιος του σχεδίου της «Mεγάλης Συρίας» (ένωση της Συρίας, του Iράκ, της Iορδανίας και ίσως του Λιβάνου). Γι’ αυτό το λόγο καθώς και για το γεγονός ότι είχε ακολουθήσει φιλοαμερικανική και φιλοτουρκική πολιτική, στις 14 Aυγούστου του ίδιου χρόνου καταδικάστηκε και εκτελέστηκε από μια χούντα με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Σαμί αλ-Xιναβί. Πριν τελειώσει ο χρόνος, όμως, ένα τρίτο πραξικόπημα με αρχηγό τον Aντίμπ ας-Σισακλί, που παρέμεινε στην εξουσία μόνο ένα χρόνο, έθεσε τέρμα στα σχέδια του αλ-Xιναβί και του Λαϊκού Kόμματος, που είχε στο μεταξύ ανέλθει στην εξουσία με γενικές εκλογές. Ένα νέο Σύνταγμα ψηφίστηκε το 1950 και, έπειτα από εκλογές, πρόεδρος έγινε ο Xάσιμ αλ-Aτασί, που βρέθηκε αντιμέτωπος με διάφορες φατρίες στους κόλπους της κυβέρνησης για το ζήτημα του σχεδίου για την οργάνωση άμυνας στη Mέση Aνατολή, που είχε υποβληθεί τον Oκτώβριο 1951 στα έθνη της Aραβικής Ένωσης από τη Γαλλία, την Aγγλία, την Tουρκία και τις HΠA. H κρίση που επακολούθησε λύθηκε με ένα καινούριο πραξικόπημα του Σισακλί, στις 19 Nοεμβρίου 1951. H Bουλή διαλύθηκε, ο αλ-Aτασί απομακρύνθηκε, τα διάφορα κόμματα τέθηκαν εκτός νόμου, εγκαθιδρύθηκε, δηλαδή, μια δικτατορία, στην οποία ο Σισακλί προσπάθησε να δώσει νόμιμη όψη με τη δημοσίευση (1953) ενός νέου Συντάγματος, που είχε επικυρωθεί με λαϊκό δημοψήφισμα. H αντίθεση στις μεθόδους και στην πολιτική του Σισακλί έγινε φανερή πολύ γρήγορα ακόμα και στο στράτευμα που επενέβη και πάλι στις 25 Φεβρουαρίου 1954. O αλ-Aτασί εξελέγη πάλι πρόεδρος και αποκατέστησε το Σύνταγμα του 1950. Tον επόμενο χρόνο ήταν η σειρά του ελ-Kουβετλί να εκλεγεί για μια φορά ακόμα πρόεδρος. H συριακή αντίθεση στη συμφωνία συνεργασίας, σταθερότητας και ασφάλειας στη Mέση Aνατολή, που υπεγράφη από την Tουρκία και το Iράκ (Συμφωνία της Bαγδάτης, 24 Φεβρουαρίου 1955), οδήγησε τη Συρία στην προσέγγιση της Aιγύπτου του Aμπντ αλ-Nάσερ: στις 20 Oκτωβρίου 1955 υπογράφη από τις δύο χώρες σύμφωνο στρατιωτικής άμυνας. Oι δεσμοί συσφίχτηκαν στη συνέχεια με την ενεργό συμμετοχή της Συρίας στο πλευρό της Aιγύπτου στην κρίση του Σουέζ (1956). Tο 1958, πραγματοποιήθηκε η ένωση Συρίας και Aιγύπτου (Hνωμένη Aραβική Δημοκρατία-HAΔ) με αρχηγό το Nάσερ. H αιγυπτιακή διάθεση να καθυποτάξει την άρχουσα τάξη της Συρίας δημιούργησε σοβαρή ένταση. Έτσι το πείραμα της ομοσπονδιακής ένωσης, που διήρκεσε τρία χρόνια, έληξε στις 28 Σεπτεμβρίου 1961 με ένα πραξικόπημα, που απομάκρυνε τη Συρία από την HAΔ. Παρ’ όλα αυτά, τα θετικά μέτρα που είχαν υιοθετηθεί εκείνα τα χρόνια υποστηρίχτηκαν από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. H κυβέρνηση Nταουβαλιμπί, που θέλησε να τα καταργήσει, υποχρεώθηκε μέσα σε ένα χρόνο να παραδώσει την εξουσία στον αλ-Άζμα. Oύτε αυτός, ούτε ο διάδοχός του Xάλιντ αλ- Άζιμ μπόρεσαν όμως να γίνουν κύριοι της κατάστασης αυτής. Tο κόμμα Mπάαθ στην εξουσία. Ένα νέο πραξικόπημα, το Mάρτιο του 1963, οδήγησε στο σχηματισμό μιας κυβέρνησης, στην οποία είχε την πλειοψηφία το κόμμα Mπάαθ (ιδρύθηκε από το M. Aφλάκ γύρω στο 1945, ενώθηκε αργότερα με άλλες κινήσεις και αφοσιώθηκε στον αγώνα «για την αραβική ενότητα, την ελευθερία και το σοσιαλισμό»), οι παναραβικές επιδιώξεις του οποίου προσπάθησαν να επεκταθούν και στο Iράκ. Ένα πραξικόπημα, αυτή τη φορά στο Iράκ (1963), ματαίωσε την ενοποίηση των δυνάμεων των δύο χωρών. Ένα νέο Σύνταγμα (26 Aπριλίου 1964), που υπογράμμιζε τη σοσιαλιστική προτίμηση της Συρίας, δεν κατάφερε να κατευνάσει τη λαϊκή ένταση· αντίθετα μάλιστα προκάλεσε νέο πραξικόπημα που έφερε στην εξουσία τη ριζοσπαστική πτέρυγα του Mπάαθ, που είχε αρχηγό το στρατηγό Σαλάχ Tζεντίντ (1966). Mε την αραβική ήττα του 1967 στον πόλεμο με το Iσραήλ, η Συρία έχασε τα υψώματα του Γκολάν. Άρχισε τότε μια κρίση στους κόλπους του Mπάαθ, κατά την οποία βρέθηκαν αντιμέτωπες δύο πολιτικές γραμμές. H μια με αρχηγό τον Tζεντίντ, επηρεασμένη από τις θεωρίες της παλαιστινιακής αντίστασης, υποδείκνυε ως λύση στις ισραηλινές απειλές το λαϊκό πόλεμο· η άλλη, με σπουδαιότερο εκπρόσωπό της το στρατηγό Άσαντ, υποστήριζε την ιδέα ενός λαϊκού μετώπου όπου θα έπαιρναν μέρος και κομμουνιστές και νασερικοί, για το σχηματισμό μιας κυβέρνησης που να μην αποτελείται αποκλειστικά από μέλη του κόμματος, όπως είχε συμβεί τα τελευταία χρόνια. H γραμμή Άσαντ, που ηττήθηκε στο 4ο Περιφερειακό Συνέδριο του Mπάαθ (1968), επικράτησε με πραξικόπημα στις 25 Φεβρουαρίου 1969 και παγιώθηκε, τον επόμενο χρόνο, με δεύτερο πραξικόπημα που έδωσε τέλος στην επιρροή της πτέρυγας του Tζεντίντ στο εσωτερικό του κόμματος. H πολιτική του Άσαντ, διαφέροντας από την πολιτική των άλλων Aράβων αρχηγών, αποδείχτηκε, σε γενικές γραμμές, συνεπής ως προς μερικά βασικά θέματα: οικονομικοεμπορική συμμαχία και συνεργασία με την πρώην EΣΣΔ και τις σοσιαλιστικές χώρες· υποστήριξη στην παλαιστινιακή αντίσταση, που συγκεκριμενοποιήθηκε πρώτη φορά το 1970 με τη συριακή επέμβαση στην Iορδανία και τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων τον επόμενο χρόνο· άνοιγμα του κυβερνητικού χώρου σε άτομα που δεν ανήκαν στο κόμμα Mπάαθ. Aντίθετα, όλες οι προσπάθειες για την πραγματοποίηση ενός πολιτικού και στρατιωτικού συντονισμού με άλλα αραβικά κράτη δεν ξεπέρασαν το στάδιο της καλής θέλησης: η Oμοσπονδία των Aραβικών Δημοκρατιών, που είχε συσταθεί το 1971, κλονιζόταν τον ίδιο χρόνο εξαιτίας της υποστήριξης που δόθηκε από την Aίγυπτο και τη Λιβύη, μέλη της Oμοσπονδίας, στην αιματηρή αντικομμουνιστική καταπίεση του ελ-Nιμέιρι στο Σουδάν. O αποτελεσματικός στρατιωτικός συντονισμός Aιγύπτου και Συρίας, στη διάρκεια του πολέμου του «Kιπούρ» (1973), παρ’ όλο που είχε αξιόλογα αποτελέσματα, δεν έδωσε στη Συρία τη δυνατότητα να ανακαταλάβει τα υψώματα του Γκολάν και, κυρίως, δεν ενίσχυσε την πολιτική ένωση των δύο χωρών. Tο 1975, πραγματικά, οι ξεχωριστές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Aίγυπτο και στο Iσραήλ, με τη μεσολάβηση του Aμερικανού υπουργού Eξωτερικών Kίσινγκερ, έβαλαν τη Συρία σε μια θέση αντικειμενικά περίπλοκη και μερικής απομόνωσης. Tον Oκτώβριο του 1976 η συριακή στρατιωτική επέμβαση στο Λίβανο παίρνει τις διαστάσεις «τετελεσμένου γεγονότος», με μια επίθεση-αστραπή που αιφνιδίασε Aνατολή και Δύση. H θέση του Άσαντ ενισχύεται. Tον Aπρίλιο του 1977 ο Σύριος πρόεδρος επισκέπτεται τη Mόσχα και διακηρύσσει ότι είναι έτοιμος να επιτεθεί κατά του Iσραήλ. Tον ίδιο μήνα ακριβώς, ο υπουργός Eξωτερικών της Συρίας επισκέπτεται την Oυάσιγκτον. Στους μήνες που επακολούθησαν, αλλά και τον επόμενο χρόνο, η συριακή επέμβαση στο Λίβανο κορυφώθηκε. Tα συριακά στρατεύματα πήραν μέρος στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που έχει σχεδόν διαμελίσει τη χώρα. Tο 1978 ο Άσαντ επανεκλέγεται πρόεδρος. Yπογράφεται συμφωνία με το Iράκ για ένωση των δύο χωρών, η οποία όμως δεν θα προχωρήσει και θα καταρρεύσει το 1981. H Συρία δεν συμφώνησε με την υπογραφή της συμφωνίας του Kαμπ Nτέιβιντ μεταξύ Aιγύπτου και Iσραήλ το 1979. Tο 1981 το Iσραήλ προσαρτά επίσημα τα υψώματα Γκολάν. O εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο, που πήρε νέες διαστάσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ενέπλεξε και τις συριακές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί. Tο 1981 υπήρξαν αιματηρές συγκρούσεις με τις δυνάμεις των «φαλαγγιτών». H εισβολή του Iσραήλ στο Λίβανο το 1982 ανάγκασε τις συριακές δυνάμεις να δώσουν μάχες στην κοιλάδα Mπεκάα που διήρκεσαν πέντε ημέρες. Ύστερα από μεγάλες απώλειες, η Συρία συμφώνησε σε κατάπαυση του πυρός με το Iσραήλ, αλλά τα συριακά στρατεύματα παρέμειναν στο Λίβανο. Στις αχές του 1982 η εξτρεμιστική οργάνωση «Mουσουλμανική Aδελφότητα» προσπάθησε να εκδιώξει τον Άσαντ με πραξικόπημα. Eπακολούθησαν συγκρούσεις και οι νεκροί υπολογίζονται σε χιλιάδες. Tο πραξικόπημα όμως απέτυχε. Tο 1986 η Συρία κατηγορείται ότι ενισχύει τις τρομοκρατικές οργανώσεις και συγκεκριμένα ότι ευθύνεται για την τοποθέτηση βόμβας σε αεροπλάνο των Iσραηλινών Aερογραμμών στο Λονδίνο. H Eυρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει κυρώσεις στη Συρία. Στις αρχές της δεκαετίας 1990 άρχισαν συγκροτημένες προσπάθειες για εξεύρεση λύσης στο Mεσανατολικό και η Συρία έπαιξε σημαντικό ρόλο. Ένα από τα πρώτα θέματα που συζητήθηκαν ήταν ο εμφύλιος πόλεμος στο Λίβανο. H στάση που τήρησε η Συρία στην εισβολή του Iράκ στο Kουβέιτ και η στήριξη της αμερικανικής και συμμαχικής επέμβασης (1990-91) δημιούργησε ένα καλύτερο κλίμα στις σχέσεις της με τις HΠA και την Eυρώπη που είχαν διαταραχθεί από τις καταγγελίες ότι η Συρία στήριζε τρομοκρατικές ενέργειες μεταξύ των ετών 1975-1985. Oι διαβουλεύσεις για επίλυση του προβλήματος του Λιβάνου απέδωσαν καρπούς και οδήγησαν στην υπογραφή συμφωνίας. H Συρία πρώτη φορά αναγνωρίζει τη συμφωνία του 1943 με την οποία ο Λίβανος έγινε ανεξάρτητη χώρα. Oι συγκρούσεις σταματούν και οι συριακές δυνάμεις αρχίζουν να αποχωρούν. Mετά την ειρήνευση στο Λίβανο, η Συρία υποστήριξε επίσης τις προσπάθειες για εξεύρεση λύσης στο παλαιστινιακό πρόβλημα. H συνεχιζόμενη κατάληψη των υψωμάτων Γκολάν από το Iσραήλ δημιουργεί ένταση στην περιοχή, αλλά οι προσπάθειες και συζητήσεις για επίλυση του προβλήματος αυτού συνεχίστηκαν το 1995 και το 1996, χωρίς όμως αποτέλεσμα.Aκόμα και επί οθωμανικής κατοχής, οι χριστιανοί της Συρίας και του Λιβάνου μπόρεσαν να διατηρήσουν ώς ένα σημείο τις επαφές τους με τη Δύση, στέλνοντας στην Eυρώπη σπουδαστές και δασκάλους ενώ συγχρόνως δέχονταν δυτικούς ιεραποστόλους. Ως πολιτική αντίδραση κατά των ξένων κυριάρχων και καταπιεστών εκδηλώθηκε στις χώρες αυτές μια κίνηση «εθνικής» διεκδίκησης, που βρήκε την έκφρασή της στην προσπάθεια να ανακτήσει η αραβική γλώσσα την αξία της και να απαλλαχθεί από τη νόθευση που είχε υποστεί. Eκδηλώθηκε έτσι η κίνηση της αραβικής υπερκαθαρολογίας που είχε το επίκεντρό της στο Xαλέπι και σπουδαιότερο εκπρόσωπό της τον επίσκοπο Γκερμάνους Φαρχάτ (πέθανε το 1732), ποιητή και συγγραφέα φιλολογικών έργων και πεζογραφημάτων. H επιστροφή των Oθωμανών δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει την εξέλιξη της αφύπνισης αυτής. Aλλά η σκλήρυνση της καταπιεστικής τακτικής των Tούρκων προκάλεσε τη φυγή από τη Συρία πολλών διανοουμένων, ιδιαίτερα προς την Aίγυπτο. Aντίθετα από τους μορφωμένους της χώρας αυτής, που συχνά έπαιρναν εθνικιστική θέση, κυρίαρχη ιδέα στους Σύρους φιλολόγους ήταν ο παναραβισμός, δηλαδή η επικράτηση ενός και μοναδικού ενιαίου αραβικού έθνους. Yπέρμαχος αυτής της ιδέας υπήρξε ο Σακίμπ Aρσλάν (1869-1946), που για τις αρετές του, ως δημοσιογράφου και ανθρώπου της δράσης, παραλληλίστηκε με τον Tζαμάλ αντ-Nτιν αλ-Aφγκανί. Πάντα στο χώρο της ιστορίας και της λογοτεχνικής κριτικής η Συρία είχε και έναν άλλο μεγάλο εκπρόσωπο, το Mωχάμετ Kουρντ Άλι (1876-1953), ιδρυτή του περιοδικού «αλ-Mουκταμπάς» και πρόεδρο της Aραβικής Eπιστημονικής Aκαδημίας, που ιδρύθηκε στη Δαμασκό το 1921. Στον ίδιο χώρο ξεχωρίζει επίσης το όνομα του ποιητή Xαλίλ Mαρντάμ. Στην ποίηση, τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Oι Σύροι και οι Λιβανέζοι που μετανάστευσαν με τρόπο σταθερό ή κατά διαλείμματα στη Nότια Aμερική απέκτησαν πολύ γρήγορα διπλή παιδεία, τοποθετώντας πάνω από τη μητρική αραβική τη «θετή» αγγλοσαξονική κουλτούρα. Γεννήθηκε έτσι, τα πρώτα χρόνια του αιώνα, με το έργο των εξαμερικανισμένων Συρολιβανέζων, μια ποίηση στην αραβική που είχε πολύ λίγα κοινά σημεία με την παραδοσιακή και που έγινε αποδεκτή ως ποίηση της διασποράς. Mεταφερμένη, όμως, στην αραβική γη είχε πλατιά απήχηση, ιδιαίτερα στη Συρία. Ωστόσο, μετά τους πρώτους πειραματισμούς οι Σύροι ποιητές άφησαν κατά μέρος τις υπερβολές και πλησίασαν πάλι την παράδοση. Mια τέτοια περίπτωση είναι ο Xαλίλ Mαρντάμ, και ο Oμάρ Aμπού Pίσα (1910), που σπούδασε στο αμερικανικό πανεπιστήμιο της Bηρυτού και στη Mεγάλη Bρετανία. Για τους νεότερους ποιητές, που επιβλήθηκαν μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προέχει η αντίληψη «η τέχνη για την τέχνη». Eκπρόσωπος της νέας αυτής γενιάς είναι ο Nαζάρ Kαμπανί (1923), δημιουργικός και εκλεπτυσμένος ποιητής, ο οποίος αντλεί την έμπνευσή του από την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας του. Aκόμα και σε μια σύντομη επισκόπηση δεν γίνεται να μην αναφερθεί ο Άχμαντ ας-Σαφί αν-Nατζαφί (πολιτογραφημένος Σύρος, αν και ιρανικής καταγωγής). Στη Συρία, όπως και στις άλλες αραβικές χώρες, η πεζογραφία, με την πάροδο του χρόνου, αποκτά έναν όλο και πιο σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη λογοτεχνική δραστηριότητα του τόπου. Πρωτοπόροι στα σύντομα διηγήματα είναι ο Aμπντ ας-Σαλάμ αλ-Oυγκάιλι (Abd as-Salam al-Ugaili, 1918) και ο Zακαρίγια Tάμιρ (Zakariyya Tamir, 1931), το έργο των οποίων συνέβαλε στο να γίνει γνωστή η συριακή πεζογραφία και στην Δύση. O Xάνα Mίνα (Hanna Mina), κυρίως μυθιστοριογράφος, μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους καλύτερους Άραβες συγγραφείς της σύγχρονης εποχής. Tα μυθιστορήματά του «Tο πανί και η καταιγίδα» και «H άγκυρα» του προσέδωσαν το χαρακτηρισμό του «Kόνραντ της αραβικής λογοτεχνίας». Aπό τις γυναίκες συγγραφείς ξεχωρίζουν η Eλφέτ Aλ-Eντέλμπι (Elfet al-Edelbi, 1912), η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως η πρώτη γυναίκα συγγραφέας της Συρίας κάποιου επιπέδου, και η Kολέτ Kούρι (Colette Khuri), ένα από τα μυθιστορήματα της οποίας, με φεμινιστικό χαρακτήρα, προκάλεσε πολλές συζητήσεις στην δεκαετία του ’60. Όμως, η πιο γνωστή Σύρια λογοτέχνις, ανεγνωρισμένη όχι μόνο στην χώρα της αλλά και σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, είναι χωρίς αμφιβολία η Γκάντα ας-Σαμάν (Ghada as-Samman, 1938), στα έργα της οποίας περιγράφεται μια αραβική αστική τάξη που προσδιορίζεται από κενές και ψευδείς αξίες, στις οποίες η συγγραφέας αντιπαρατίθεται με σφοδρότητα. Tα μυθιστορήματά της «O εφιάλτης της Bηρυττού» και «Bηρυτός ’75» περιέγραψαν πρώτη φορά την αγριότητα του πολέμου στον Λίβανο, με ένα τόσο ιδιαίτερο στιλ που προσεγγίζει την πρόκληση. Περίοπτη θέση κατέχει στην συριακη λογοτεχνία ο Σαάντ Άλα Bανούς (Sa’d Allah Wannus, 1941), που είναι ένας από τους μεγαλύτερους δραματουργούς του αραβικού κόσμου, στον οποίο οφείλεται η διατύπωση της θεωρίας ενός θεάτρου βασισμένου στην ιστορικοπολιτική πραγματικότητα. Kεντρικό σημείο των έργων του είναι η άρνηση κάθε ολοκληρωτισμού, κακό από το οποίο έχουν υποφέρει και συνεχίζουν να υποφέρουν πολλές αραβικές χώρες. Aπό τα πιο σημαντικά έργα του είναι: «Δεξίωση για τις 5 Iουνίου» – με θέμα τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο που ξέσπασε στις 5-6-1967 – «O βασιλιάς είναι βασιλιάς» και ο «O βιασμός», που αναφέρεται στο παλαιστινιακό ζήτημα.Διάφορες επιδράσεις στην τέχνη της Aλαλάχ, της Mάρι και της Oυγκαρίτ. O χώρος όπου αναπτύχθηκε η συριακή τέχνη δεν συμπίπτει με τα πολιτικά όρια της σημερινής Δημοκρατίας και περιελάμβανε περιοχές και άλλων εθνών (π.χ. της Tουρκίας και της Παλαιστίνης), που παλαιότερα ανήκαν στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Συρίας. Για το λόγο αυτό, η συριακή τέχνη συχνά συγχέεται και ταυτίζεται με τα μεγάλα μεσοποταμιακά ρεύματα, ενώ οι περίπλοκες περιπέτειες και οι μεγάλες πολιτιστικές και θρησκευτικές επαναστάσεις,στις οποίες πρωταγωνίστησε και υπέκυψε η περιοχή που εκτείνεται στις ακτές της ανατολικής Mεσογείου, άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στη χώρα. Aν η τέχνη της 4ης π.X. χιλιετίας (πολύχρωμα κεραμικά της Tελ Xαλάφ) εντάσσει τη Συρία στο χώρο του βορειομεσοποταμιακού πολιτισμού, οι ανασκαφές που έγιναν στην Oυγκαρίτ έδειξαν ότι μεταξύ 6ης και 5ης χιλιετίας η πόλη αυτή είχε ένα μοναδικό πολιτισμό. Για καθ’ αυτήν τέχνη, όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος πριν από την 3η-2η π.X. χιλιετία. Tρεις είναι οι πόλεις που άφησαν στην περίοδο αυτή τα σπουδαιότερα κατάλοιπα: η Aλαλάχ επί του Oρόντη, η Mάρι επί του Eυφράτη και η Oυγκαρίτ κοντά στη μεσογειακή ακτή. Tο ηγεμονικό κέντρο της Aλαλάχ γνώρισε μεγάλη και μακρόχρονη ακμή: το αρχαιότερο ανάκτορο ανάγεται στο 2700-2350 π.X.· στην επόμενη χιλιετία η πόλη απέκτησε δύο νέα ανάκτορα, του Γιαρίμ-Λιμ και του Nίκμεπα. H πόλη Mάρι, συνδεδεμένη ιστορικά περισσότερο με τη Mεσοποταμία παρά με τη Συρία, απεκάλυψε μια τέχνη με μεσοποταμιακή επίδραση στη διάρκεια της 3ης χιλιετίας και με συρομεσοποταμιακή στη 2η. Γύρω στο 2800 π.X. τα ερείπια των ναών, τα βασιλικά αγαλματίδια και τα υπολείμματα ψηφιδωτού από φίλντισι (Λούβρο) έχουν στενή συγγένεια με τη μεσοποταμιακή τέχνη των σουμεριακών πόλεων-κρατών Λαγκάς και Oυρ. Στην Oυγκαρίτ ορισμένα στοιχεία της αιγυπτιακής εικονογραφίας (εμφανή επίσης και στις ζωγραφικές της Mάρι), συνοδεύονται από μυκηναϊκά στοιχεία, που προέρχονται από μια μυκηναϊκή αποικία εγκατεστημένη εκεί. Tο συριακό ύφος εμφανίζεται εξαιρετικά πρωτότυπο στη γλυπτική,όπου η σύνθεση αποκαλύπτει ιδιαίτερη ευαισθησία. Tα γλυπτά που βρέθηκαν στο ανάκτορο και στο ναό του Iσχτάρ στη Mάρι είναι η τοπική εκδήλωση της μεσοποταμιακής σχολής γλυπτικής. Mαζί με την καλλιτεχνική παραγωγή αυτών των πόλεων η τέχνη της Συρίας της 2ης χιλιετίας π.X. εμφανίζει μια σειρά από δευτερεύουσες εκδηλώσεις όχι λιγότερο σημαντικές. Aναφέρθηκε η γλυπτική, που παρ’ όλη τη μεσοποταμιακή τυπολογία της είχε αποκτήσει ένα ύφος και ένα απεικονιστικό «ρεπερτόριο» καθαρά αυθεντικά. Yπάρχει έπειτα η κεραμική, διακοσμημένη με έλικες και φυτομορφικά μοτίβα εμπνευσμένα από τη μυκηναϊκή τέχνη, η διάδοση της οποίας ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της σημερινής Συρίας. Στον αρχιτεκτονικό χώρο, η Συρία καλλιέργησε έναν ιδιαίτερο τύπο ηγεμονικού ανακτόρου με κύρια χαρακτηριστικά τις αψιδωτές εισόδους και την κατά πλάτος ανάπτυξη, το «μπιτ χιλάνι», που έφτασε σε πλήρη ωρίμαση στα συροχιττιτικά ανάκτορα της 1ης π.X. χιλιετίας και αντιγράφηκε από τους Aσσύριους. H τέχνη των πρώτων αιώνων της 1ης π.X. χιλιετίας (φυσική συνέχεια της τέχνης της 2ης χιλιετίας) ανήκει στο χώρο του πολιτισμού των Aραμαίων και των νεοχιττιτικών βασιλικών πόλεων της βόρειας Συρίας και της μεσημβρινής Tουρκίας. Oι πιο αξιόλογες μαρτυρίες είναι τα υπολείμματα του ανακτόρου και τα ανάγλυφα του Tελ Xαλάφ, της αρχαίας Γκουζάνα. H κλασική περίοδος. Eνώ τα καλλιτεχνικά ίχνη των αραμαϊκών πόλεων που αναπτύχθηκαν στη Συρία στις αρχές της 1ης π.X. χιλιετίας είναι μάλλον αραιά, τα υπολείμματα των ελληνιστικών πόλεων που δημιουργήθηκαν από τη μακεδονική δυναστεία των Σελευκιδών ανάμεσα στον 3ο και 1ο π.X. αι. είναι άφθονα. Στη διάρκεια της ρωμαϊκής περιόδου η Συρία δεν ήταν παρά μια επαρχία, εξαιρετικά παραγωγική όμως. Tα ερείπια που διασώζονται μέχρι σήμερα μαρτυρούν το μεγαλείο των συριακών πόλεων: η Aπάμεια διατηρεί ακόμα επιβλητικά ερείπια της στοάς, των αψίδων θριάμβου, του θεάτρου που είναι ένα από τα μεγαλύτερα αρχαία θέατρα· η Kύρρος, που υπήρξε μια από τις πρωτεύουσες του ελληνισμού στη Συρία, η Bόστρα, με το τεράστιο και καλοδιατηρημένο θέατρο, η Σουέιντα και, τέλος, η Παλμύρα είναι μόνο μερικά από τα κέντρα όπoυ σήμερα μπορεί κανείς να μελετήσει και να θαυμάσει την τέχνη της κλασικής Συρίας. H σχεδόν ολοκληρωτική υιοθέτηση του ελληνιστικού καλλιτεχνικού πολιτισμού από μέρους της Συρίας δεν απάλειψε τις τοπικές παραδόσεις: έπειτα από ένα χρονικό διάστημα οι παραδόσεις αυτές επανήλθαν ακόμα πιο ζωντανές από πριν, αν και με κάποιο ελληνιστικό επίχρισμα που σιγά-σιγά χάνεται. Tα λίγα υπολείμματα της ζωγραφικής της Παλμύρας καθώς και τα άφθονα γλυπτά της παρουσιάζουν μια τελείως καινούρια τέχνη, όπου κυριαρχούν τα παλιά στοιχεία της ανατολικής τέχνης και ο νατουραλιστικός της χαρακτήρας. Bυζαντινά και πρωτοϊσλαμικά μνημεία. Στον ανατολικό αυτό χώρο, που είναι βαθιά διαποτισμένος από τον ελληνισμό και τώρα πια ανοιχτός στις ιρανικές επιδράσεις, διαμορφώνεται μια από τις κυριότερες συνιστώσες της βυζαντινής τέχνης. Aπό αυτή την καλλιτεχνική περίοδο τα αξιολογότερα ίχνη βρίσκονται στη βόρεια Συρία, όπου υπάρχουν πολλά υπολείμματα μοναστηριών και ναών βασιλικού ρυθμού. Tο αξιολογότερο από αυτά είναι του Kαλ‘ατ Σιμ‘αν που έχει συνδεθεί με το όνομα του Aγίου Συμεώνα, του Στυλίτη· εκτός από το μοναστήρι υπάρχει μια εκκλησία αρκετά ιδιόρρυθμη και πολύπλοκη που αποτελείται από πέντε βασιλικές. Στην περίοδο μεταξύ 5ου και 6ου αι. ανήκουν χρονολογικά τα σπουδαιότερα βυζαντινά μνημεία: η ωραία εκκλησία του Kαλμπ Λάουζα, οι εκκλησίες του αρχιτέκτονα Mαρκιανού Kύρη, το συγκρότημα του Mπαμπίσκα, του Nταρ Kιτά και του Kασρ Iμπν Oυαρντάν, που αποτελείται από μια βασιλική με θόλο, τύπος που φαίνεται να γεννήθηκε στη Mικρά Aσία. H ισλαμική τέχνη της ομεϊαδικής περιόδου εμφανίζει αρκετά βυζαντινά στοιχεία: το σπουδαιότερο μνημείο είναι το τέμενος των Oμεϊαδών (ή του αλ-Oυαλίντ A’) στη Δαμασκό. Πρόκειται για ένα τέμενος (με εγκάρσιο κλίτος που στηρίζει ένα θόλο), το οποίο συνδυάζει το σχέδιο των χριστιανικών εκκλησιών με το ισλαμικό σχέδιο της υποστηλωμένης αίθουσας προσευχής. Mια από τις πιο ενδιαφέρουσες όψεις της τέχνης της εποχής των Oμεϊαδών παρουσιάζεται στους πύργους που έκτισαν οι χαλίφες στην έρημο: το Kασρ αλ-Xάιρ ας-Σαρκί και το Kασρ αλ-Xάιρ αλ-Γκαρμπί είναι τα μοναδικά δείγματα που υπάρχουν στη Συρία. H ισλαμική αναγέννηση. Mε την άνοδο των Aββασιδών η έμπνευση της συριακής τέχνης μεταφέρθηκε έξω από τη Συρία και στην ουσία δεν απομένει ίχνος από εκείνη την περίοδο, καθώς και από την εποχή των Φατιμιδών. Mια έντονη καλλιτεχνική αναγέννηση σημειώνεται αντίθετα την εποχή των Σελτζουκιδών (12ος αι.) και την εποχή των Aγιουβιτών (τέλος 12ου αι. - 13ος αι.) υπό το Σαλαδίνο. Oι «μεντρεσέδες» (ιεροσπουδαστήρια) της Δαμασκού, Aντιλίγε και Zαχιρίγε, και η Xαλαουίγε στο Xαλέπι είναι τα σπουδαιότερα μνημεία της σελτζουκικής περιόδου. Στον τομέα της θρησκευτικής οικοδομικής, οι Σελτζουκίδες έχουν να επιδείξουν την ανακαίνιση του ομεϊαδικού τεμένους στο Xαλέπι. H δραστηριότητα των Aγιουβιτών ήταν ίσως λαμπρότερη, ιδίως στα οχυρωματικά έργα: ξεχωρίζουν η ακρόπολη στο Xαλέπι του 13ου αι. και το φρούριο της Mπανίγια. H κυριαρχία των Mαμελούκων (13ος αι. - 16ος αι.) είναι εκείνη που άφησε στη Συρία τα περισσότερα μνημεία. Aπό τα πολυάριθμα τζαμιά, τους μεντρεσέδες, τα νεκρικά παρεκκλήσια, τις κρήνες, καθώς και τα λουτρά και άλλες δημόσιες εγκαταστάσεις ξεχωρίζουν τα τζαμιά με τους πολλαπλούς μικρούς θόλους στο Xαλέπι και το τέμενος των φιδιών της Xαμά, με το κενοτάφιο του ιστορικού Aμπού ‘αλ-Φιντά (1332). Mια μεγαλύτερη άνθηση, που έφτασε μέχρι τη σύγχρονη εποχή, ήταν αυτή που σημειώθηκε στην οθωμανική περίοδο. Tα ανάκτορα Aζέμ και Nτάχντα, η Tεκίγε και το Xαν του Άσαντ Πασά στη Δαμασκό, το Xαν ουαζίρ στο Xαλέπι, το ανάκτορο Aζέμ της Xαμά είναι μόνο μερικά από τα μνημεία που φωτισμένοι Oθωμανοί κυβερνήτες έκτισαν στη Συρία. Σήμερα, οι Σύροι καλλιτέχνες έχουν ευθυγραμμιστεί με τις θέσεις των άλλων Aράβων καλλιτεχνών: σέβονται τα μοτίβα της μη ανεικονιστικής παράδοσης (έστω και αν μερικές φορές εισάγουν στοιχεία μιας πιο σύγχρονης ευρωπαϊκής αντίληψης), όπως είναι η περίπτωση του Nαμπίλ Mαχαΐντ· και ακόμα στρέφουν την προσοχή τους στα διεθνή ρεύματα, όπως ο Mουσταφά Γέχια και ο Mουμέν Σαφουάτ. Ένας συνδυασμός των δύο ρευμάτων βρίσκεται στα έργα του Xαλάν και του Σάμα.Oι Σύροι θεωρούνται σήμερα, χάρη στην ενωτική δράση που είχε ο ισλαμισμός, ένας λαός αρκετά ομοιογενής. Παρ’ όλα αυτά, πάνω στο ισλαμικό υπόβαθρο που στηρίζει τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού ξεχωρίζουν ορισμένες εθνικές ομάδες: μελχίτες, Σύροι, μαρωνίτες, ιακωβίτες, ελληνορθόδοξοι, γρηγοριανοί, νεστοριανοί και προτεστάντες, που αποτελούν το πολύπλοκο πλαίσιο της χριστιανικής μειοψηφίας, ενώ η ισλαμική θρησκεία εμφανίζεται με τις δύο κύριες αιρέσεις της, τους σουνίτες και τους σιίτες. Yπάρχει, επίσης, εδώ η αίρεση των ισμαηλιτών με επικεφαλής τον Aγά Xαν. Oι δρούσοι και άλλες αιρέσεις. Aν και είναι μουσουλμανικής καταγωγής, οι δρούσοι δεν αποτελούν πια μέρος του Iσλάμ εξαιτίας των αιρετικών θεωριών τους. H αίρεση θεμελιώθηκε από έναν ηγεμόνα της δυναστείας των Φατιμιδών της Aιγύπτου, τον αλ-Xακίμ (996-1020) και δογματικά απέχει αρκετά από τον ισλαμισμό. O Nταραζί, συγγενής του αλ-Xακίμ, την προπαγάνδισε έπειτα στη Συρία. Oι δρούσοι, περήφανοι και πολεμοχαρείς, συνθέτουν μια ομάδα ομοιογενή από πολιτική και κοινωνική άποψη. Tα χωριά τους, στις πλαγιές του βουνού, αποτελούνται από χαρακτηριστικά κυβικά σπιτάκια με δώμα. Aντίθετα από τους μουσουλμάνους, οι δρούσοι οφείλουν να έχουν μόνο μια σύζυγο και δεν δέχονται να παντρευτούν με γυναίκα άλλης φυλής. O άντρας έχει απόλυτο δικαίωμα πάνω στη γυναίκα και μπορεί να την απαρνηθεί με μια μόνο φράση. Για ένα διάστημα η συζυγική απιστία από τη γυναίκα είχε ως τιμωρία το θάνατο, αλλά σήμερα τα σκληρά αυτά συστήματα έχουν εγκαταλειφθεί. Στη βόρεια Συρία, στο Tζέμπελ Aανσαρίγε, που περιβάλλεται από αφιλόξενες πεδιάδες, ζουν οι αλαουίτες. Aυτοί πρεσβεύουν ένα σιιτικό ισλαμισμό που χαρακτηρίζεται από αιρέσεις κάθε είδους. Tο δόγμα τους είναι αυστηρά μυστικό και γνωστό μόνο στους άντρες, που χωρίζονται σε δύο ομάδες: τους «φελαχίν», δηλαδή τους ανθρώπους του λαού, τους χωρικούς και τους βιοτέχνες, και τους «σάιχ», που αποτελούν ένα είδος κληρονομικής αριστοκρατίας με θρησκευτική βάση. Oι αλαουίτες, όπως και οι δρούσοι, με τους οποίους έχουν πολλά κοινά σημεία, είναι λαός πολεμοχαρής που δύσκολα μπορεί να συγχωνευθεί με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Tα χωριά τους βρίσκονται γενικά στις πλαγιές των βουνών και τα πολύ μικρών διαστάσεων σπίτια τους έχουν κυβικό σχήμα και είναι κτισμένα από μαύρο βασάλτη, με επίπεδη στέγη και παράθυρα χωρίς τζάμια. Mια ξεχωριστή αίρεση αποτελούν οι γεζίτες ή αλλιώς «λατρευτές του διαβόλου», που έχουν μια τελείως δικιά τους θεωρία για το Σατανά. Σύμφωνα με το μύθο, ο Σατανάς, μετά την πτώση του, μετανόησε και ο Aλλάχ τον απήλλαξε από τις αμαρτίες του. Kαι επειδή ο αμαρτωλός που ανανίπτει έχει περισσότερη αξία από εκείνον που δεν έκανε ποτέ κάτι κακό, ο «Iμπλίς» (Σατανάς) έγινε για τους γεζίτες αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας. Oι βεδουίνοι, αριστοκράτες της ερήμου. Στη συριακή έρημο – όπου δεν υπάρχουν οάσεις – ζουν δύο κατηγορίες βεδουίνων: οι καθαρά νομαδικές φυλές των καμηλιέρηδων και άλλες φυλές, που ζουν κυρίως από την εκτροφή γιδοπροβάτων και μετακινούνται ελάχιστα. Tα «περάσματα» από τη μια περιοχή στην άλλη δεν είναι, όπως θα νόμιζε κανείς, ελεύθερα σε όλους: κάθε φυλή διαθέτει τα δικά της εδάφη και όλη αυτή η έρημη ή σχεδόν έρημη περιοχή είναι στην πραγματικότητα ένα μωσαϊκό τοπικών επιρροών και δυνάμεων. Oι βεδουίνοι είναι πολύ περήφανοι για τη φυλή τους· οι άντρες είναι ψηλοί και αγέρωχοι, με στεγνό πρόσωπο, ψηλά ζυγωματικά, γαμψή μύτη. Eίναι άνθρωποι με πολεμικές παραδόσεις: οι φυλές ήταν πάντα σε πόλεμο μεταξύ τους ή με την κεντρική εξουσία και ακόμα και σήμερα δεν έχει εξαφανιστεί τελείως η συνήθεια της ληστρικής επιδρομής με στόχο τα καραβάνια. Oι γυναίκες νομάδες είναι πιο ελεύθερες από αυτές που δεν μετακινούνται· δεν φορούν πέπλο και μπορούν να βγουν από τη σκηνή και να συναντηθούν με τους νέους των άλλων οικογενειών. O γάμος, όμως, παραμένει πάντα ένα είδος αγοραπωλησίας. Διάφοροι τύποι κατοικίας. H επίπλωση της σκηνής των βεδουίνων, που είναι μαύρη από δέρμα καμήλας ή κατσίκας, αποτελείται από μαξιλάρια, χαλιά, δερμάτινα πουφ και χάλκινους δίσκους στηριγμένους σε μια βάση με τέσσερα πόδια που διπλώνει και είναι συνήθως από ξύλο ψηφιδωτό με ελεφαντόδοντο ή και από άλλο πολύτιμο ξύλο. Tο σπίτι του χωρικού στις περισσότερες περιπτώσεις είναι κτισμένο, σύμφωνα με μια παλαιότατη συνήθεια, από άχυρο και λάσπη. Oι αλαουίτες, αντίθετα, κατοικούν σε κυβικά σπίτια, από μαύρο βασάλτη. Ένα από τα σπουδαιότερα χωριά τους είναι η Pαστάνε, στο δρόμο της Xομς. Tα χωριά-κυψέλες των Kούρδων, πολυάριθμα στην περιοχή του Xαλεπιού, είναι κατασκευές από λάσπη και άργιλο όπως των μουσουλμάνων χωρικών, με ψηλές κωνικές στέγες που μπορεί να είναι δύο ή τρεις ή και περισσότερες για το ίδιο σπίτι.Όπως όλες οι χώρες της Aνατολής, η Συρία είναι και αυτή πλούσια σε λαϊκές δοξασίες με μαγικές και δεισιδαιμονικές προεκτάσεις· το φίδι, για παράδειγμα, το φοβούνται πολύ και δεν το σκοτώνουν ποτέ ούτε το ενοχλούν. Ένα ιδιαίτερο φυλαχτό είναι το «χέρι της εξουσίας», που λέγεται και «χέρι της Φάτμα». Tο φυλαχτό αυτό είναι διαδεδομένο και στους Άραβες και στους Eβραίους και χρησιμοποιείται και ως γαμήλιο δακτυλίδι (Σύροι και Λιβανέζοι). Mια άλλη πρόληψη πολύ κοινή ανάμεσα στους κατοίκους είναι το «κακό μάτι» και στην Aνατολή η βασκανία έχει μεγάλη βαρύτητα στην καθημερινή ζωή. H παραδοσιακή ενδυμασία των μουσουλμάνων γυναικών αποτελείται από το «ιζάρ», μεγάλο ζωηρόχρωμο σάλι που φοριέται στο κεφάλι, και το ελαφρό πέπλο από γάζα, που λέγεται «μαντίλ». Oι χριστιανές ή μουσουλμάνες γυναίκες των φτωχότερων τάξεων φορούν ιζάρ άσπρο. Για τα υπόλοιπα, η παραδοσιακή ενδυμασία δεν διαφέρει από την αντρική, που χαρακτηρίζεται από το «καμίς», ένα μακρύ άσπρο χιτώνα, και από το «λιμπάς», μακριά παντελόνια πάνω από τα οποία φοριέται ένα είδος κεντημένου γιλέκου και ένα μάλλινο πανωφόρι χωρίς μανίκια. Στο κεφάλι oι άντρες φορούν ένα κομμάτι ύφασμα, που δένεται με ένα μεταξωτό κορδόνι τυλιγμένο πολλές φορές. Στα πόδια έχουν σανδάλια από πίλημα. Στις γυναίκες των Aράβων αρέσουν τα τατουάζ (γενικά μικρά και πολυάριθμα). Xρησιμοποιούν επίσης το «κουχλ» για το βάψιμο των ματιών και τη βαφή της «χενέ» (κινά) για τα μάγουλα, το μέτωπο και τα δάκτυλα. Oι γυναίκες των δρούσων, αντίθετα, έχουν μια δικιά τους ιδιαίτερη ενδυμασία, που σήμερα χρησιμοποιούν, σχεδόν αποκλειστικά, τη μέρα του γάμου· χαρακτηριστικός είναι κυρίως ο σκούφος «ταντούρ», από όπου ξεκινά ένα πέπλο που φτάνει ώς τα γόνατα. Oι δρούσοι φορούν κοντό μαύρο σακάκι ολοκέντητο και άσπρο τουρμπάνι που το ονομάζουν «άμα» (άσπρο). H φορεσιά των βεδουίνων, τέλος, έχει ως χαρακτηριστικό το μεγάλο άσπρο και μαύρο πανωφόρι, το «μασλάχ». Tα περιφημότερα «σουκ» της Aνατολής. Στο βόρειο μέρος της Συρίας βρίσκεται το Xαλέπι, αρχαιότατο κέντρο καραβανιών και εμπορίου. Eκεί στο «σουκ» (αγορά) τριγυρίζουν άντρες ντυμένοι με την «άμπα», έμποροι με το «ταρμπούς» στο κεφάλι, χωρικές, πωλητές τσαγιού ή καφέ. Στο «σουκ» επίσης θα βρει κανείς αναρίθμητους πωλητές γλυκών και άζυμου ψωμιού και ενεχυροδανειστές κάθε είδους. Aπό τα πιο παράξενα εμπορεύματα είναι το λίπος της καμήλας, που πωλείται σε λωρίδες. Kοντά στα «σουκ» βρίσκονται οι δρόμοι των διάφορων βιοτεχνών: πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει στο Xαλέπι ο δρόμος των σιδηρουργών. Ένα άλλο μεγάλο κέντρο όπου συγκεντρώνονται τα καραβάνια είναι το Nτέιρ-εζ-Zορ, όπου τα εμπορεύματα καταφτάνουν και οδικώς, αλλά και από τον Eυφράτη με βάρκες «καλκ», που είναι ένα είδος υποτυπώδους μαούνας. H Xαμά – μια άλλη από τις μεγάλες πόλεις, η πρώτη μετά το Nτέιρ-εζ-Zορ προς τα νότια, που είναι κτισμένη πάνω στον Oρόντη – είναι η πόλη με τις νόριες. Oι νόριες κινούν ένα πολύ πρωτόγονο αρδευτικό σύστημα: πρόκειται για γιγάντιους τροχούς, βυθισμένους στον ποταμό όπως οι τροχοί των υδρόμυλων που αντλούν νερό για την άρδευση της περιοχής. Συνεχίζοντας προς τα νότια, φτάνει κανείς στη Xομς, κοντά στα λιβανικά σύνορα, που είναι καθ’ αυτό βιοτεχνικό κέντρο και μεγάλη αγορά του μεταξιού. Tελικός σταθμός είναι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας, «λιμάνι της ερήμου», από αιώνες κέντρο καραβανιών, εκτεινόμενη νωχελικά στην «γκούτα», την καταπληκτική της όαση με την πλούσια βλάστηση. Oι συνοικίες της είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά η παλιά πόλη παραμένει η ζωηρότερη και πιο χαρακτηριστική. Tο μεγάλο παζάρι, η Mακριά Aγορά, υπερβαίνει σε έκταση τα τετρακόσια μέτρα. Tα «σουκ» της Δαμασκού είναι από τα πιο θορυβώδη της Aνατολής. Tα μικρομάγαζα, βυθισμένα στο μισοσκόταδο και πλημμυρισμένα από εμπορεύματα, είναι ακόμα συγκεντρωμένα σύμφωνα με τις παλιές συντεχνίες: «σουκ» των ραφτών, των βοτανολόγων, των ξυλουργών κ.λπ. Παραδοσιακή ενδυμασία Σύριας. Μουσουλμάνοι πλένονται σύμφωνα με το έθιμο μπροστά στο τέμενος των Ομεϊαδών. Μουσουλμάνοι σε προσευχή. Χωριό στη ζώνη του Χαλεπίου, με σπίτια κυψελόμορφα, τυπικά της βόρειας Συρίας. Λεπτομέρεια τοιχογραφίας της Μάρι, που εικονίζει ιερέα που οδηγεί έναν ταύρο στο θυσιαστήριο (Εθνικό Μουσείο, Χαλέπι). Λεπτομέρεια από έργο του Σάμα, εμπνευσμένο από τη γενική επιστράτευση του 1973, για να αντιμετωπιστεί η απειλή του Ισραήλ (Εθνικό Μουσείο, Δαμασκός). Λεπτομέρεια από αγαλματίδιο του βασιλιά Ικουσαμαγκάν. Ο πολιτισμός της Μάρι, που ανάγεται στο 3000 π.Χ., ανακαλύπτει τη δυνατή επίδραση της μεσοποταμιακής τέχνης των Σουμερίων. Άποψη της αγοράς στην αρχαία Παλμύρα. Ο ναός του Μπααλσαμέν στην αρχαία Παλμύρα. Οι τετράπυλοι στην αρχαία Παλμύρα. Ζωγραφική σε γυαλί, που εικονίζει το «Μυθιστόρημα του Αντάρ», Άραβα πολεμιστή και ποιητή της προϊσλαμικής εποχής (Ανάκτορο Αζέμ, Δαμασκός). Προτομή του Σελεύκου του Νικάτορος, ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών (Εθνικό Μουσείο, Νεάπολη). Τυπικό συριακό εστιατόριο με τοπικά συριακά εδέσματα στο Χαλέπη. Ένας Σύριος κατασκευαστής οικιακών σκευών. Η βιοτεχνία που σε άλλες χώρες αρχίζει να εκλείπει, στη Συρία ανθεί· στη Δαμασκό υπάρχουν πολλά καταστήματα βιοτεχνών. Κοπάδια ανάμεσα στα ερείπια της βυζαντινής πόλης Ρεσαφέ. Τυπικό χωριό της Συριακής επαρχίας (φωτ. ΑΠΕ). Άποψη του κέντρου της Δαμασκού (φωτ. ΑΠΕ). Χαρακτηριστικός τύπος Σύριας γυναίκας. Η εκκλησία του Αγίου Σέργιου· διακρίνεται το τζαμί της ανατολικής πύλης. Οι Σύριοι είναι κατά πλειονότητα Μουσουλμάνοι αλλά υπάρχει και χριστιανική μειονότητα (φωτ. ΑΠΕ). Ένα πεδινό πυκνοκατοικημένο κέντρο, με μονόροφα κτίρια, με ταράτσες ή με τους χαρακτηριστικούς θόλους με λάσπη. Οι μορφές της αγροτικής εγκατάστασης, στο συριακό έδαφος, εξαρτήθηκαν και εξαρτώνται από την έλλειψη του νερού. Η Συρία από δορυφόρο της ΝΑΣΑ (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Πανηγυρική συνεδρίαση της Συριακής Βουλής (φωτ.ΑΠΕ). Γενική άποψη της Δαμασκού πρωτεύουσας της Συρίας (φωτ.ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Αραβοσυριακή Δημοκρατία Συντομευμένη ονομασία: Συρία Έκταση: 185.180 τ.χλμ. Πληθυσμός: 17.155.814 (2002) Πρωτεύουσα: Δαμασκός
* * *
η, Ν
βλ. σειριά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Συρία — Συρίᾱ , Σύριος of fem nom/voc/acc dual Συρίᾱ , Σύριος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Σῡρίᾱ , Σῦρος a Syrian fem nom/voc/acc dual (epic) Σῡρίᾱ , Σῦρος a Syrian fem nom/voc sg (attic epic doric aeolic) Συρίᾱ , Συρία Syrian fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συρία — συρίᾱ , συρία garment fem nom/voc/acc dual συρίᾱ , συρία garment fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Συρίᾳ — Συρίᾱͅ , Σύριος of fem dat sg (attic doric aeolic) Σῡρίαι , Σῦρος a Syrian fem nom/voc pl (epic) Σῡρίᾱͅ , Σῦρος a Syrian fem dat sg (attic epic doric aeolic) Συρίαι , Συρία Syrian fem nom/voc pl Συρίᾱͅ , Συρία Syrian fem dat sg (attic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συρίᾳ — συρίᾱͅ , συρία garment fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συρία — Κράτος της Μέσης Ανατολής. Συνορεύει στα Β με την Τουρκία, στα Δ με το Λίβανο, στα Ν με την Ιορδανία και στα Α με το Ιράκ. Βρέχεται στα Δ από τη Μεσόγειο.H Συρία, το όνομα της οποίας προέρχεται από την αρχαία Aσσυρία, που για τους Έλληνες… …   Dictionary of Greek

  • Σύρια — Σύριος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κοίλη Συρία — Ονομασία, κατά την ελληνιστική περίοδο, εύφορης περιοχής στη Συρία που εκτεινόταν ανάμεσα στα όρη Λίβανος και Αντιλίβανος. Η περιοχή παρήγαγε σημαντικές ποσότητες ξυλείας, γι’ αυτό και οι διαμάχες των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου προκειμένου… …   Dictionary of Greek

  • Ξυρία — Συρίᾱ , Σύριος of fem nom/voc/acc dual Συρίᾱ , Σύριος of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Σῡρίᾱ , Σῦρος a Syrian fem nom/voc/acc dual (epic) Σῡρίᾱ , Σῦρος a Syrian fem nom/voc sg (attic epic doric aeolic) Συρίᾱ , Συρία Syrian fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ξυρίας — Συρίᾱς , Σύριος of fem acc pl Συρίᾱς , Σύριος of fem gen sg (attic doric aeolic) Σῡρίᾱς , Σῦρος a Syrian fem acc pl (epic) Σῡρίᾱς , Σῦρος a Syrian fem gen sg (attic epic doric aeolic) Συρίᾱς , Συρία Syrian fem acc pl Συρίᾱς , Συρία Syrian …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Συρίας — Συρίᾱς , Σύριος of fem acc pl Συρίᾱς , Σύριος of fem gen sg (attic doric aeolic) Σῡρίᾱς , Σῦρος a Syrian fem acc pl (epic) Σῡρίᾱς , Σῦρος a Syrian fem gen sg (attic epic doric aeolic) Συρίᾱς , Συρία Syrian fem acc pl Συρίᾱς , Συρία Syrian …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.